Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΜΑΝΑ...

 



Σηκωνόταν κάθε πρωί και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι. Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της.


Το άφηνε απαλά πάνω στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο κέντρο του προσκυνηταριού.

Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.

Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά.

Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.

Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης.

Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.

Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ…». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «…να προσέχεις παιδί μου…».

Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα.

Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.

Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.

Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.

Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.

Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε. Μέχρι εκείνο το πρωινό.

Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή… «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.

Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός. Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.

Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.

Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.

Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς…

Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.
Με παρρησία



(αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος)

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ




Οι Χριστιανοί έθαψαν τον ξύλινο σταυρό του Χριστού βαθιά στο χώμα για να μην τον βρουν οι ειδωλολάτρες και τον μολύνουν. Όταν έπειτα από καιρό επικράτησε ο Χριστιανισμός, η Αγία Ελένη αποφάσισε να βρει και να ξεθάψει τον Τίμιο Σταυρό και να τον στήσει μέσα στην Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα για να τον προσκυνούν οι Χριστιανοί. Πήγε λοιπόν η ίδια στα Ιεροσόλυμα και ζήτησε να μάθει σε ποιο μέρος ήταν θαμμένος ο Σταυρός. Όμως κανένας Χριστιανός δεν ήξερε να της πει. Εκείνοι που πριν από πολλά χρόνια τον είχαν θάψει βαθιά στο χώμα, είχαν πια πεθάνει.


Έβαλε λοιπόν η Αγία Ελένη χιλιάδες εργάτες κι άρχισαν να σκάβουν όλα τα χωράφια εκεί γύρω. Ήταν σίγουρη πως θα ανακάλυπτε τον Σταυρό του Κυρίου. Κάποια μέρα, καθώς η Αγία Ελένη βάδιζε μέσα σ’ ένα χωράφι, πάτησε ένα χορτάρι και αμέσως μια γλυκιά μυρωδιά γέμισε τον αέρα. Η μυρωδιά προέρχονταν από το φυτό που πατούσε και αμέσως ζήτησε από τους εργάτες να σκάψουν ακριβώς εκεί. Ήταν, τελικά, το μέρος που ήταν θαμμένος ο Σταυρός. Το φυτό που αποτέλεσε σημείο αναφορά ονομάστηκε βασιλικός και έκτοτε κάθε χρόνο στις 14 Σεπτεμβρίου τιμάται αναλόγως. Την ημέρα του εορτασμού της υψώσεως του Σταυρού , λοιπόν,οι ιερείς μοιράζουν βασιλικό στους πιστούς, για να υπενθυμίσουν στους πιστούς τον τρόπο και το σημείο που βρέθηκε ο Σταυρός που μαρτύρησε ο Χριστός.

Με τον Αγιασμό και το βασιλικό της Υψώσεως του Σταυρού φτιάχνεται το προζύμι της νέας χρονιάς, που τα παλαιότερα χρόνια οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν για να ζυμώσουν το ψωμί αλλά και τα πρόσφορα.
«Με τ΄Σταυρού τον αγιασμό κάμνε το προζύμ’ για ούλο το χρόνο» συμβούλευαν οι μητέρες τις θυγατέρες τους.

Το βασιλικό που έπαιρναν από τον ιερέα αρχικά τον χρησιμοποιούσαν για να σταυρώσουν το προζύμι και στην συνέχεια τον τοποθετούσαν μέσα σε ποτήρι με νερό ευελπιστώντας να βγάλει ρίζες για να τον ξαναφυτεύσουν.
Συνήθιζαν να λένε για το βασιλικό:



«Βασιλικός κι αν μαραθεί
Κι αν γείρουν τα κλωνιά του
Ρίξε νερό στη ρίζα του
Να’ ρθεί στα πρωτινά του».



Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Στις επάλξεις όλη την εβδομάδα οι υπηρεσίες του Δήμου για την καθαριότητα και την φροντίδα όλων των σχολικών μονάδων. Πανέτοιμα τα σχολεία να υποδεχθούν τους μαθητές



Στις επάλξεις όλη την εβδομάδα οι υπηρεσίες του Δήμου 
για την καθαριότητα και την φροντίδα όλων των σχολικών μονάδων. Πανέτοιμα τα σχολεία να υποδεχθούν τους μαθητές

Τις τελευταίες ημέρες όλα τα συνεργεία του Δήμου προχώρησαν σε εκτεταμένες επεμβάσεις στα σχολεία όλων των Δημοτικών Ενοτήτων. Οι υπάλληλοι, καθαριότητας, κήπων και ελαιοχρωματισμού, με την άμεση επίβλεψη και μέριμνα των αντιδημάρχων κ. Περικλή Ρόκα και Αγγελική Παπακωνσταντίνου επενέβησαν σε κάθε γωνιά, όχι μόνο των σχολικών κτιρίων αλλά και του περιβάλλοντα χώρου αυτών.

Την ίδια στιγμή οι Πρόεδροι των Σχολικών Επιτροπών, κ. Μελέτης Παπακωνσταντής και Τάσος Δούκας έχουν καταγράψει και δρομολογήσει επιπλέον παρεμβάσεις για την καλύτερη και αρτιότερη λειτουργία των Σχολείων.

Στόχος του Δήμου Μάνδρας – Ειδυλλίας είναι πάντα η άριστη συνεργασία με όλες τις σχολικές μονάδες ώστε να διασφαλίζεται η άψογη λειτουργία των χώρων που φιλοξενούν τους νέους και το μέλλον του τόπου.



































Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΩΝ

Ο Άγιος Σώζων (Σώστης)


Ἀντεῖχε Σῴζων σώματος πρὸς αἰκίας,
Πρὸς τὸν μόνον σῴζοντα τὴν ψυχὴν βλέπων.
Ἑβδομάτη Σῴζων θάνε, τυπτόμενος χρόα λαμπρόν.



Βιογραφία
Ο Άγιος Σώζων έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Πατρίδα του ήταν η Λυκαονία και σαν εθνικός ονομαζόταν Ταράσιος. Όταν βαπτίσθηκε χριστιανός, ονομάσθηκε Σώζων. Βοσκός στο επάγγελμα, προσπαθούσε να μιμείται την ημερότητα των προβάτων, που θαύμαζε πολύ. Πολλές φορές τον ενοχλούσαν και τον αδικούσαν οι άλλοι βοσκοί, αλλά αυτός πάντοτε στάθηκε πράος απέναντι τους. «Μου είναι ντροπή», έλεγε, «να γίνω κατώτερος από τα πρόβατα που βόσκουν». Μελετούσε με επιμέλεια την Αγία Γραφή, και όταν στην εξοχή συναντούσε ειδωλολάτρη, προσπαθούσε να τον κατηχήσει στο Χριστό. Κάποτε ο Σώζων πήγε στην Πομπηϊούπολη της Κιλικίας, όπου υπήρχε ένα χρυσό ειδωλολατρικό άγαλμα. Μόλις το είδε, η ψυχή του πράου Σώζοντα παροργίστηκε. Τότε, με θάρρος πολύ έσπασε το δεξί χέρι του χρυσού αγάλματος, το πούλησε και τα έσοδα διαμοίρασε στους φτωχούς. Ο έπαρχος Μαξιμιανός αναστατώθηκε και φυλάκισε πολλούς ανεύθυνους. Όταν το έμαθε αυτό ο Σώζων, παρουσιάστηκε στον έπαρχο και στις απειλές του με ήρεμο ύφος απάντησε ότι μέσα στο ναό το άγαλμα ήταν άχρηστο, ενώ έτσι ωφέλησε και κάποιους φτωχούς. Αμέσως τότε, αφού τον βασάνισαν φρικτά, τον έριξαν στη φωτιά, όπου ο πράος και ζηλωτής βοσκός απήλθε προς τον Κύριο.


Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΕΛΠΙΔΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ



Aπο το βιβλίο Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου 
«ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ», εκδοση Β΄, 2008, σελ.71-76


Να έχεις πίστη στο Θεό και να κάνεις προσευχή και ο Θεός θα βοηθήσει περισσότερο από δικηγόρους και περισσότερο από ανθρώπους. Του κόσμου τους ανθρώπους να έχεις, άμα ο Θεός δεν θέλει, δεν γίνεται τίποτα. Όσα και να πούμε, χιλιάδες κηρύγματα να ακούσετε, αν δεν έρθει το άγιο Πνεύμα για να μας στερεώσει, να μας στηρίξει και να μας βοηθήσει, αν δεν έρθει η χάρις του Θεού, τίποτε δεν κάνουμε. Γι’ αυτό λέει ο απόστολος Παύλος· «Αυτός δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και ο Θεός και πατήρ ημών, ο αγαπήσας ημάς και δους παράκλησιν αιωνίαν και ελπίδα αγαθήν εν χάριτι, παρακαλέσαι υμών τάς καρδίας και στήριξαι υμάς εν παντί λόγω και έργω αγαθώ» (Β Θεσ. 2,16-17).

Σας τα είπα αυτά, λέει, και παρακαλώ το Θεό να σας στηρίξει, να σας δυναμώσει, να σας βοηθήσει για να μην πέσετε στην αμαρτία.

Πέτρος να είσαι, Παύλος να είσαι, ασκητής Αντώνιος να είσαι στα βουνά να πας, μην έχεις αυτοπεποίθηση. Να φοβάσαι τον εαυτό σου και να μην του έχεις εμπιστοσύνη. Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας. Οι άλλοι δεν μπορούν τόσο να σε βλάψουν, όσο μπορείς να βλάψεις εσύ τον εαυτό σου, με τις βλακείες σου, με τις ανοησίες σου, με τα εγκλήματα σου, με τις απατεωνιές σου και με τα σφάλματά σου. Εσύ λοιπόν είσαι ο μεγαλύτερος εχθρός του εαυτού σου.

Να μην έχουμε ποτέ εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αλλά να παρακαλούμε το Θεό για να μας στερεώσει στην πίστη. Γιατί αν έρθει κανένας διωγμός εδώ πέρα –και προφητεύω ότι θα έρθει–, θα γίνουν φοβερά πράγματα· τότε θα πέσει το κόσκινο το μεγάλο. Και θα είμεθα τότε ευτυχείς, αν μείνουν μέσα στην πόλη 100-200 Χριστιανοί. Τους άλλους θα τους πάρει το ρεύμα. Θα τους σηκώσει ως άχυρο, που το φυσά το σηκώνει και το πετά ο άνεμος. Έτσι θα τους σηκώσει όλους αυτή η θύελλα του διαβόλου, αυτός ο άνεμος. Και θα μείνουν μόνο τα βράχια. Όσοι είναι σταθεροί, μόνο αυτοί θα μείνουν κοντά στο Θεό. Τους άλλους θα τους πάρει το ρεύμα του ποταμού και θα τους καταστρέψει και θα τους διαλύσει.
Η προσευχή πανίσχυρο όπλο

Τι πρέπει να κάνουμε, ευρισκόμενοι σ’ αυτό τον αιώνα, σ’ αυτή τη γη, για να μείνουμε με το Χριστό; Ιδού τι μας συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος. Ένα όπλο πανίσχυρο, που πρέπει πάντοτε να έχουμε μαζί μας οι Χριστιανοί, είναι η προσευχή. Να μην είμαστε άοπλοι σ’ αυτή την σκληρά μάχη.

«Το λοιπόν προσεύχεσθε, αδελφοί, περί ημών» (Β Θεσ. 3,1). Σ’ αυτά τα χρόνια που ζούμε, σας παρακαλώ πολύ, λέει ο απόστολος, προσεύχεσθε για μένα. Ένας Παύλος παρακαλούσε τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης να προσεύχονται γι’ αυτόν! Το σκεφτήκατε αυτό; Αν ο Παύλος είχε ανάγκη από τις προσευχές των Χριστιανών, πόσο μάλλον εμείς;

Αλλά εμείς αυτή την προσευχή, που είναι όπλο ισχυρό – πανίσχυρο για όλες μας τις ανάγκες, υλικές και πνευματικές, την αμελούμε.

Έχουμε μεγάλο και σκληρό αγώνα. Πρέπει να νικηθούν οι δαίμονες. Και πρέπει να νικήσει ο χριστιανισμός. Βοηθήστε και εσείς οι Χριστιανοί. Και σήμερα, αν δεν έχουν επιτυχία οι επίσκοποι και οι ιεροκήρυκες, αιτία είναι ότι δεν προσεύχονται γι’ αυτούς οι Χριστιανοί. Αν πίσω από κάθε επίσκοπο, πίσω από κάθε κήρυκα του ευαγγελίου, υπήρχαν δέκα άνθρωποι να προσεύχονται, για να τους δυναμώνει ο Θεός και να τους φωτίζει, θαύματα θα γίνονταν. Τώρα εμείς είμαστε θεομπαίκτες. Βλέπεις τον κήρυκα του ευαγγελίου να ανεβαίνει στον άμβωνα; Παρακάλεσε το Θεό να τον φωτίσει, για να πει πέντε λόγια σωστά. Βλέπεις τον ιερέα; Παρακάλεσε το Θεό να τον δυναμώσει στον σκληρό αυτό αγώνα που έχουμε.
Κάντε προσευχή και θα δείτε θαύματα

Το πρωί που σηκώνεστε κάνετε προσευχή; Διαβάζετε Γραφή; Ψάλλετε το Θεό; Προσευχή, παιδιά· «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α Θεσ. 5,17). Θα δούμε θαύματα – θα δείτε θαύματα, παιδιά, στη ζωή σας.
Τώρα στα γηρατειά μου, κάθομαι καμιά φορά και θυμούμαι τα θαύματα που έκανε ο Θεός στη ζωή μου και δακρύζω. Θαύματα· μικρό παιδί πως εσώθηκα!

Είχαμε ένα κήπο μικρό εκεί στο σπιτάκι και ήταν τότε τα πηγάδια ανοιχτά. Και εγώ μικρός ήμουν πολύ ζωηρός. Ξαφνικά, εκεί που έτρεχα, γλιστρώ και πέφτω κάτω στο στόμιο του πηγαδιού. Το σώμα μου το μισό σχεδόν κοιτούσε μέσα στο πηγάδι, ευτυχώς η ισορροπία του σώματος μου ήταν προς τα έξω. Λίγο τι και θα έπεφτα μέσα. Αφού έβλεπα σαν καθρέπτη το νερό. Μόλις κατόρθωσα και γλίτωσα. Αν έπεφτα μέσα, θα είχα πνιγεί.

Κάποια προσευχή με έσωσε. Έχω κι άλλες πολλές περιπτώσεις, μεγάλες. Βλέπει ο άνθρωπος θαύματα στην προσευχή.
Λοιπόν έτσι να κάνετε και εσείς και ο Κύριος θα σας σώσει και από σωματικούς κινδύνους και από πνευματικούς κινδύνους· μεγάλα και θαυμαστά θα ποιήσει ο Κύριος. Μεγάλα εν Χριστώ. Όχι εμείς οι μικροί και ανάξιοι, αλλά η δύναμη του Κυρίου, «η Θεία χάρις η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλειπόντα αναπληρούσα» (ακολ. χειροτ.).

Ο Θεός θα δώσει τη χάρη, όταν υπάρχει ταπείνωση, αγάπη, συναίσθηση ότι είμεθα ένα μηδενικό. Και τα μηδενικά αξιοποιούνται. Διαβάστε το βιβλίο «Ακολούθει μοι». Εκεί στο τέλος γράφει· Τα μηδενικά αξιοποιούνται, όταν υπάρχει μπροστά η μονάδα. Αν έχεις ένα μηδενικό, γίνεται δέκα· αν έχεις δύο μηδενικά, γίνεται εκατό· αν έχεις τρία μηδενικά γίνεται χίλια… Η συναίσθηση της μηδαμινότητος μας όταν έχουμε μπροστά τον Ένα. «Έν τω Θεώ ποιήσομεν δύναμιν» (Ψαλμ. 59,14).

Θα τα δούμε αυτά. Δεν είναι μύθος ο χριστιανισμός, αλλά είναι μία πραγματικότης την οποία την αισθανόμεθα και καθένας Χριστιανός είναι ένας μικρός Χριστός. Διαβάστε το βιβλίο που συνέστησα και στους ιερείς «Η ζωή Του ζωή μου».

Λοιπόν είμεθα σύμφωνοι; Πνευματικοί άνθρωποι να είστε, να προσεύχεστε και για μας και για την Εκκλησία ολόκληρον. Άντε στο καλό, στην ευχή του Χριστού· και δεν πειράζει, παιδάκι μου, θα τραβήξομε εμείς το δρόμο μας. Ο Χριστός «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει» (Α΄ Πετρ. 2,23) και οι απόστολοι έλεγαν «λοιδορούμενοι ευλογούμεν» (Α ΄ Κορ. 4,12).


Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η Κοίμησις, η Ταφή, η Ανάσταση και η Μετάσταση της Παναγίας

 
 

Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.

Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.
Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.

Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι’ αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι πάρουσιάζουν ως ένα νήπιο.
Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.

Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.
Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.

Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.
Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.

Ο Θεός οικονομησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι’ αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.

Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.

Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.
Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.
Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.

Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.

Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι’ αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα,κατά το οποίος εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.
Και γι’ αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.

Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;
Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι’ αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.
Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλησι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα ‘πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.
Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ’ έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.
Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. 


Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.
Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.

Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.

Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.
Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι’ αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.
Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.

Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.

Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει.

Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


 
 
Η Μεταμόρφωση δεν είναι από τις εορτές που το περιεχόμενό τους μπορεί να εξαντληθεί στην ανάμνηση ενός γεγονότος. Η ευρύτητα του εορτασμού είναι ανάλογη και με το θεολογικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο της εορτής. Η Εκκλησία έθεσε τη Μεταμόρφωση του Χριστού εορτολογικά στο κέντρο του διαστήματος από το Πάσχα μέχρι τα Χριστούγεννα. Χονδρικά μεσολαβεί περίπου το ίδιο διάστημα -τέσσερις μήνες- ανάμεσα στις τρεις μεγάλες Δεσποτικές εορτές. Η Μεταμόρφωση, μαζί με την Ενανθρώπιση και το Πάσχα, είναι ένας από τους πνευματικούς σταθμούς της ανθρώπινης πορείας μέσα στο χρόνο. Κι αυτό δείχνει πως η Εκκλησία δεν θεώρησε ποτέ τη Μεταμόρφωση ως ένα απλό θαύμα, αλλά ως μία πράξη του Χριστού τής ίδιας σημασίας για την σωτηρία μας με την Ενσάρκωση και την Ανάσταση. Γι’ αυτό πρόταξε την νηστεία, γι’ αυτό περικύκλωσε την κυρία ημέρα της εορτής με προεόρτια και μεθέορτα.

Μια και τόσο μεγάλη είναι η εορτή, καλό θα είναι να μιλήσουμε λίγο για το νόημά της, έτσι που ο εορτασμός μας να έχει μια σωστή θεμελίωση και να μην εξαντλείται στην τήρηση των πατροπαράδοτων εθίμων.

Η Μεταμόρφωση του Χριστού είναι ένα επεισόδιο από την επίγεια δράση του, που έλαβε χώρα λίγο πριν από την πορεία του προς την Ιερουσαλήμ, πορεία που απέληξε στο Πάθος και την Ανάσταση. Μαζί με την Βάπτιση έχει κοινή την αποκάλυψη της αγίας Τριάδος. Μαζί με την Ανάσταση έχει κοινή την αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Μαζί με την Πεντηκοστή έχει κοινή την δημιουργική επενέργεια του Παρακλήτου.

Είναι αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο η Μεταμόρφωση, που βοηθά στη σωτηρία μας με τη σωστή θεογνωσία και ανθρωπογνωσία που παρέχει. Αποκαλύπτεται σ’ αυτήν ποιός είναι ο Χριστός, αλλά συγχρόνως και ποιός είναι ο άνθρωπος και που βαδίζει η ιστορία μας. Αυτά τα τρία σημεία θα δούμε στη συνέχεια -χωρίς φυσικά και να εξαντλούμε το νόημά της.

Μας δείχνει η Μεταμόρφωση ποιός είναι ο Χριστός. Πολλοί σύγχρονοί μας έχουν για τον Χριστό την πλανεμένη αντίληψη πως είναι ένας μεγάλος δάσκαλος ή ένας ηθικολόγος. Η Μεταμόρφωσή του όμως αποκαλύπτει ότι είναι Υιός του Θεού. Η αλλαγή της μορφής του, το θεϊκό άκτιστο φως που το περιτριγύρισε, η ουράνια φωνή του Πατρός που μαρτύρησε για τη θεϊκή του φύση, όλα δείχνουν ότι είναι Θεός. Μπορεί να έζησε ανάμεσά μας με την μορφή δούλου, μπορεί από αγάπη για μας να υπέμεινε το σταυρικό θάνατο, δεν παύει όμως ούτε στιγμή να είναι ο Λόγος του Θεού που ενανθρώπησε, δίδαξε, έπαθε και αναστήθηκε από απέραντη αγάπη για το πλάσμα του, τον άνθρωπο. Επειδή είναι Θεός, γι’ αυτό είναι και σωτήρας μας. Επειδή είναι Θεός, γι’ αυτό τα λόγια του και η ζωή του είναι δεσμευτικά για τους πιστούς. Επειδή είναι Θεός, γι’ αυτό η ζωή και το έργο του είναι το κέντρο της πίστεώς μας.

Δεν είναι μόνο Θεός όμως ο Χριστός. Είναι και άνθρωπος, τέλειος άνθρωπος, ο πρώτος αληθινός άνθρωπος στην ιστορία του γένους μας. Είναι ο νέος Αδάμ, που συνομιλεί και πάλι με τον Θεό και Πατέρα, όπως ο παλαιός Αδάμ στον Παράδεισο. Είναι όμως πολύ παραπάνω από τον παλαιό, τον πρώτο Αδάμ ο Χριστός. Γιατί έχει ένα καινούριο γνώρισμα, που δεν μπόρεσε να αποκτήσει εκείνος, την ομοίωση με τον Θεό. Και ως άνθρωπος ο Χριστός είναι όμοιος με τον Θεό. Γιατί με την απόλυτη υπακοή του έγινε όμοιος με τον Λόγο, με τη θεϊκή φύση του. Η θέλησή του η ανθρώπινη ακολούθησε από την πρώτη στιγμή και μέχρι την ώρα του θανάτου τη θεϊκή του θέληση. Η επιθυμία του η ανθρώπινη ήταν ταυτισμένη με τη θεϊκή επιθυμία του. Έτσι έγινε και ως άνθρωπος αυτό που ήταν ως Θεός: Υιός του Θεού. Αυτό ακριβώς είναι που μας δίνει τη δυνατότητα της σωτηρίας, ότι δηλ. ο Χριστός θέωσε την ανθρώπινη φύση μας.

Ανέλαβε να κάνει ό,τι δεν κατόρθωσε ο παλαιός Αδάμ, να κάνει τον άνθρωπο υιό του Θεού με τη θέωση της φύσεώς του. Θεός αληθινός και άνθρωπος αληθινός αποκαλύπτεται κατά τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός. Θεός αληθινός, γιατί το μαρτυρεί η ουράνια φωνή και ο ερχομός του Μωυσή και του Ηλία. Θεός αληθινός, όπως το δείχνει η στάση των μαθητών του και η έκπληξή τους. Άνθρωπος αληθινός όπως το δείχνει η αλλαγή της μορφής του, όταν αποκαλύφθηκε στη θεωμένη μορφή της. Άνθρωπος αληθινός, όπως ήταν και πριν και μετά από τη Μεταμόρφωση ανάμεσά μας.


Μας αποκαλύπτει έτσι η Μεταμόρφωση του Χριστού και την αληθινή φύση του ανθρώπου. Γνωρίζοντας από κοντά την θεωμένη φύση του Χριστού, όπως αποκαλύφθηκε κατά την ένδοξη εμφάνισή του στο όρος Θαβώρ, μαθαίνομε συγχρόνως και τη δική μας αληθινή φύση. Δεν ήμαστε αυτό που με τόση ευκολία και ευπιστία νομίζομε. Δεν είναι η αληθινή φύση μας αυτή που θεωρούμε πραγματικότητα με βάση την καθημερινή εμπειρία. Αυτά όλα φαίνονται, μα δεν είναι αληθινά, γιατί δεν εκφράζουν την βούληση του Θεού για το γένος μας, όταν το έπλασε. Ίσως μιλήσει κάποιος για πραγματικότητα. Είναι όμως, αληθινά πραγματικότητα το μίσος, το άγχος, ο φόβος του θανάτου, τα κόμπλεξ, η αποξένωση από τον συνάνθρωπο; Είναι στ’ αλήθεια πραγματικότητα οι καυγάδες, η ζήλεια, ο πόλεμος και η διαμάχη ανάμεσα στους ανθρώπους, που ο Θεός έπλασε για να ‘ναι αδελφοί; Η απάντηση της Μεταμορφώσεως είναι μονοσήμαντη: όχι, δεν είναι αυτή η ανθρώπινη φύση, όπως την θέλει και την έπλασε ο Θεός. Η πραγματικότητα είναι η αλήθεια που παρουσιάστηκε ζωντανή στον κόσμο με τον Χριστό. Είναι η πραγματικότητα του Χριστού. Αυτός έδειξε ποιός είναι ο αληθινός άνθρωπος.

Η αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη είναι όμως δυνατή μέσα στο κοινωνικό σύνολο, μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης ιστορίας. Κι αυτό μας το θυμίζουν τα πρόσωπα που παρίστανται στη Μεταμόρφωση. Την μέχρι τότε πορεία του ανθρώπου τη θυμίζουν ο Μωϋσής και ο Ηλίας. Ο μεγάλος νομοθέτης και ο Προφήτης που μετατέθηκε ζωντανός κοντά στο Θεό μέσα στο πύρινο άρμα της θεϊκής δόξας. Αυτοί είναι όσοι βάδισαν συνειδητά προς τον Χριστό, όσοι έζησαν προσμένοντας τη δόξα του. Και κοντά σ’ αυτούς οι τρεις Απόστολοι, οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας. Αυτοί προγεύονται την τελική δόξα. Ζουν από τώρα κιόλας, από το παρόν την αλλαγή που προσμένει όλους τους πιστούς στο μέλλον. Παίρνουν από τώρα μια γεύση της θαυμαστής αλλαγής. Για να μπορούν να μαρτυρήσουν μέσα στον κόσμο για τη θεϊκή δωρεά. Για να έχουν καθαρή την αίσθηση και να μη ξεγελιούνται από τα ψεύτικα φώτα του παρόντος. Για να φωτίσουν τους άλλους με το άκτιστο φως που την ομορφιά του πρώτοι οι ίδιοι δοκίμασαν. Βλέπουν οι Απόστολοι τον Χριστό «εν ετέρα μορφή», για να πάρουν μια ιδέα πώς θα γίνουν και οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι πιστοί στο τέλος των καιρών, όταν το φως της παρουσίας του Θεού θα φωτίζει τον κόσμο. Για τον Μωϋσή και τον Ηλία η Μεταμόρφωση είναι η ώρα που εκπληρώνεται η προσδοκία τους. Για τους τρεις Αποστόλους και για μας είναι η στιγμή που ανοίγει ένα παράθυρο στον μελλούμενο κόσμο.

Αυτό το τελευταίο σημείο αξίζει να το δούμε από πιο κοντά. Ζούμε καθημερινά τις κραυγαλέες επαγγελίες διαφόρων ιδεολογιών για το μέλλον. Τη δική μας άποψη, τη χριστιανική τη δίνει η Μεταμόρφωση. Όχι με θεωρίες και λόγια, αλλά με μια αποκαλυπτική πράξη του Θεού.

Το τέλος του δρόμου μας δεν απολήγει σε μια υλική άνεση, όπως υποστηρίζουν παλαιοί και νέοι, θρησκευόμενοι ή άθεοι, χιλιαστές. Δεν βρίσκονται σ’ ένα συμπόσιο με υλικά αγαθά οι τρεις Απόστολοι. Δεν είναι η υλική ευημερία που τους θαμπώνει ούτε η τεχνολογική ανάπτυξη που τους εμπνέει αυτή τη στιγμή. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν σκέπτονται τί θα φάνε ή τί θα ντυθούν ή πού θα μείνουν. Τους αρκεί να κάνουν μια σκηνή -κι αυτήν όχι για τον εαυτό τους! Η ευτυχία τους δεν βρίσκεται στην ύλη, αλλά στην πνευματική αγαλλίαση, στη θέα του ακτίστου θεϊκού φωτός που τους περιβάλλει. Κι εδώ φαίνεται πόσο είχαν καταλάβει σωστά το νόημα της αποκαλύψεως του Θεού εν Χριστώ. Ο άνθρωπος ζητεί στην Κυριακή προσευχή να έλθει η βασιλεία του Θεού, να γίνει το θέλημά Του, να αγιαστεί το όνομά Του πάνω στη γη. Αυτά όλα μπορούν να συνοψισθούν στην αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Κι αυτή τη δόξα την είχαν μπροστά στα μάτια τους οι μαθητές, όταν είδαν το φως της να λάμπει γύρω στον μεταμορφωμένο Χριστό. Τί άλλο ήθελαν; Είχαν κιόλας το πλήρωμα κάθε ανθρώπινης επιθυμίας…

Στο τέλος του δρόμου μας δεν βρίσκεται ούτε η ηθική πληρότητα ούτε η ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, με την έννοια που τους δίνομε συνήθως. Κάτι τέτοιο είναι καθαρά ανθρώπινο όνειρο, που βασίζεται στην ψευδαίσθηση του ανθρώπου, ότι μπορεί τάχα από μόνος του να φτάσει σ’ ένα τέλος. Η Μεταμόρφωση όμως δείχνει ότι ένας παρόμοιος δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. Δεν αποκαλύπτεται το άκτιστο φως σε ηθικά τέλειους ανθρώπους σαν αμοιβή ούτε είναι το επιστέγασμα της ολοκληρώσεως της προσωπικότητάς των. Οι μαθητές του Χριστού δεν είναι τέλειοι με τα μέτρα των ηθικολόγων, παλαιών και συγχρόνων. Είναι απλά άνθρωποι, που ο Θεός τους δέχεται όπως είναι, με μόνο κριτήριο την απλότητα της καρδίας των που φλέγεται από αγάπη για τον Χριστό. Αυτό είναι το μοναδικό προσόν του ανθρώπου, που στη συνέχεια μεταμορφώνει και αλλάζει ριζικά το άγιο Πνεύμα.

Αυτό σημαίνει όμως ευθύνη και ελπίδα συνάμα για τον καθένα μας. Ελπίδα, γιατί πάντα μας προσμένει ο Θεός, για να μας αποκαλύψει με τη δύναμη του ακτίστου φωτός του τον καινούριο κόσμο και να μας μεταμορφώσει σε πολίτες της βασιλείας του. Ευθύνη, γιατί από τη δική μας αγάπη για τον Θεό και τον Κύριο Ιησού εξαρτάται η σωτηρία μας και η μετοχή μας στην δόξα του Θεού.

Το φως του Θαβώρ δεν περιορίστηκε στους τρεις Αποστόλους. Από την ημέρα της Πεντηκοστής καταυγάζει την Εκκλησία του Χριστού και σκορπίζεται στον κόσμο με την παρουσία των αγίων του. Δικό μας καθήκον και δική μας χαρά και ελπίδα είναι να δοκιμάσουμε την αγαλλίαση της δόξας του Θεού με τη δική μας προσωπική μετοχή σ’ αυτή την θεϊκή αποκάλυψη.

πηγή: Βασ. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», Εκδ. Πουρναρά – Θεσ/κη, σ. 87-92

αναδημοσίευση από: Διδικτυακή Πύλη «Πεμπτουσία»

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

ΓΙΑΤΙ ΠΑΡΑΚΑΛΑΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ

 
 



Πρώτον, παρακαλούμε την Παναγία με αίσθημα πίστεως και πόνου για να μας βοηθήσει στη ζωή μας από τους πειρασμούς, λέγοντάς της: “Πολλοίς συνεχόμενοις πειρασμοίς, προς Σε καταφεύγω, σωτηρίαν επιζητών”. Είναι πολλοί οι πειρασμοί που παρασύρουν τον πιστό στο κακό, στην ηδονή, στην κακία, στην εχθρότητα, στην περιφρόνηση του ανθρώπου και του θελήματος του Θεού και τον οδηγούν στην πράξη της αμαρτίας. Ο πειρασμός είναι ο προπομπός της αμαρτίας για να κλονισθεί η πίστη μας και να αδιαφορήσουμε για τις εντολές του Θεού. Γι’ αυτό ζητάμε από το Θεό: “και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν” και από την Παναγία: “Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, προς Σε καταφεύγω, σωτηρίαν επιζητών. Ω Μήτερ του Λόγου και Παρθένε, των δυσχερών και δεινών με διάσωσον”.

Δεύτερον, ζητάμε από την Παναγία να μας ελευθερώσει από τα πάθη μας: “Παθών με ταράττουσι προσβολαί, πολλής αθυμίας εμπιπλώσαί μου την ψυχήν”. Όπως το πάθος της υπερηφανείας, του θυμού, της ζήλειας, του φθόνου, της κατακρίσεως, της πολυλογίας, της γαστριμαργίας κ.α. βασανίζουν την καρδιά του ανθρώπου και την καθιστούν ακάθαρτη. Ο αγώνας του χριστιανού πρέπει να είναι καθημερινός για να παραμένει ήσυχος και γαλήνιος στην ψυχή του, χωρίς να τον καταδικάζει για τίποτα η συνείδησή του. Γι’ αυτό ζητάμε να μας θεραπεύσει τις ασθένειες της ψυχής μας λέγοντας: “Ίασαι αγνή, των παθών μου την ασθένειαν”.

Τρίτον, ζητάμε από την Παναγία να μας ελευθερώσει από τους κινδύνους της καθημερινής ζωής μας διά της θείας προστασίας Της, λέγοντάς Της: “Διάσωσον, από κινδύνους τους δούλους Σου Θεοτόκε”. Πολλοί οι κίνδυνοι του ανθρώπου που φέρουν εύκολα τη συμφορά στη ζωή του. Ατυχήματα, επαγγελματικές δυσκολίες, οικογενειακές ακαταστασίες κ.α. Γι’ αυτό παρακαλούμε την Παναγία να μας λυτρώσει από τους κινδύνους με την προστασία Της και να γίνει “πύργος ασφαλείας”, “τείχος απροσμάχητον”.

Τέταρτον, ζητάμε από την Παναγία με τις δεήσεις μας να μας ενισχύσει και να μας ελευθερώσει από τις θλίψεις και τις ασθένειές μας. “Σού δέομαι της αγαθής εκ φθοράς νοσημάτων ανάστησον” και “επίβλεψον, εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν”. Μέσα στον πόνο περισσότερο σκεπτώμεθα το Θεό και αναζητάμε τη θεία βοήθειά Του. Νιώθουμε την ανθρώπινη αδυναμία μας και την Παντοδυναμία του Θεού. Εκείνος που δεν επόνεσε πολύ δεν μπορεί να νιώσει τον πόνο του άλλου. Χρειάζεται ο πόνος της ασθένειας ή των δυσκολιών της ζωής μας για να αισθανθούμε την ανάγκη του άλλου και να νιώσουμε ποιοί μας αγαπούν πραγματικά. Ο πόνος φέρει τη μετάνοια στον άνθρωπο και είναι ένας τρόπος σωτηρίας της ψυχής του. Ο ίδιος ο Κύριος επόνεσε πάρα πολύ πάνω στο σταυρό και έδειξε το δρόμο του πόνου που λυτρώνει και αγιάζει τον άνθρωπο. Ο πόνος νικά τα πάθη του ανθρώπου και φέρει αρετές μέσα στην ψυχή του πιστού. Ο εγωιστής ταπεινώνεται μέσα στον πόνο της ασθενείας του και ζητά η βοήθεια του Θεού και της Παναγίας. Μέσα στη δυστυχία των θλίψεών του κατανοεί την ευτέλεια της ζωής του και αναζητά την ευτυχία κοντά στο Θεό. Ο πόνος θεραπεύει αδυναμίες και πάθη που φθείρουν την ψυχή. Ο πόνος φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά και ο ένας παρηγορεί τον άλλον και προσφέρει τη βοήθειά του με αγάπη και θυσία. Πολλές φορές ο πόνος της καρδιάς είναι μεγαλύτερος από τον πόνο του σώματος, που φέρει σε μεγάλη αμηχανία πράξεων μέσα στη θλίψη της ψυχής και μπορεί να είναι αποτέλεσμα μοναξιάς, συκοφαντίας, κακίας, μίσους και ζήλειας. Γι’ αυτό έχουμε ανάγκη να λέγουμε τον πόνο μας στον άλλο, για να ξαλαφρώνουμε ψυχικά και να αναπαυόμαστε κοντά στην αγάπη του άλλου. Και η Παναγία επόνεσε πολύ ψυχικά για την άδικη κακομεταχείριση και σταύρωση του Υιού Της. Και γίνεται η προστάτις των θλιβομένων και αδικουμένων, όταν την παρακαλούμε: “Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς”.

Και πέμπτον, παρακαλούμε την Παναγία διά της μεσιτείας στον Πανάγαθο να μας εξαλείψει το πλήθος των αμαρτημάτων μας: “Ταίς της Θεοτόκου πρεσβείαις, ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων”, δηλ. τα αμαρτήματά μας. Παρακαλούμε να μας σώσει διά της θείας βοηθείας Της και να μας οδηγήσει σε μετάνοια. Μας προτρέπει ο παρακλητικός κανόνας στην αληθινή μετάνοια, στην εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία. Να ζήσουμε μια ζωή μετανοίας, για να μην μολύνεται η ψυχή μας από πλήθος αμαρτιών. Γι’ αυτό η αμαρτία θεωρείται έγκλημα για την ψυχή μας, διότι αυτή αποστατεί από το θέλημα του Θεού και οδηγείται στο σκοτάδι του θελήματος του αμαρτωλού κόσμου. Μακρυά από το Θεό “απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων”. Εκείνος που τιμά αληθινά την Παναγία δέεται για τη σωτηρία της ψυχής του και ζεί διαρκώς εν μετανοία παρακλητική.

Η Παναγία είχε πλήρη αφιέρωση στο Θεό με ζήλο υπερανθρώπινο που ξεπερνούσε των αγγέλων την αγιότητα. Άραγε ο δικός μας ζήλος ομοιάζει κατά ένα μέρος στη διάθεση της Παναγίας; Πόσο επιζητούμε την ομοίωση με την Παναγία; Πόσο ελκυόμεθα από την ταπεινή ζωή Της; Πόσο επιζητούμε οι αρετές Της να γίνουν δικές μας; Πόσο η δική μας προσευχή ομοιάζει με της Παναγίας;

β. Πότε εισακούεται η παράκλησή μας;

Εισακούεται η παράκλησή μας προς την Παναγία:
Όταν η πίστη μας είναι αληθινή και δεν παρασύρεται από αμφιβολίες και δυσπιστίες στη θεία βοήθεια. Όταν δεν επηρεάζεται από τις δυσκολίες της ζωής μας, αλλά με θέρμη εσωτερική και με βεβαιότητα προστρέχουμε στη στοργική Μητέρα του Θεού για τη λύτρωση των δεινών μας. Εκείνος που στηρίζεται ολοκληρωτικά στο Θεό δεν αμφιβάλλει για τη θεία βοήθειά Του. “Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι” (Μαρκ. θ΄ 23).

Όταν προστρέχουμε με ταπείνωση στην Παναγία, γεγονός που κρύβει την ανθρώπινη αδυναμία μας, δείχνουμε την αγάπη μας προς το θείο πρόσωπό Της. Όπως ο Θεός ευλόγησε υπέρ το δέον την Παναγία, καθ’ ότι “επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού”. Η Υπεραγία Θεοτόκος δεν υπερηνεύεται που κατέστη Μητέρα του Θεού, αλλά αντιθέτως ταπεινώνεται συνεχώς μέσα στην προσευχή της και στη ζωή διαβιώντας ταπεινά και απέριττα χωρίς τη δόξα του κόσμου. Το φρόνημα της ταπεινώσεώς Της παραμένει παράδειγμα προς μίμηση για να αποφεύγουμε κάθε εγωιστική διάθεση της ψυχής μας. Μόνο μια ταπεινή προσευχή που δείχνει την καθαρή ζωή μας χωρίς εγωισμό γίνεται δεκτή από το Θεό: “επέβλεψεν επί την προσευχήν των ταπεινών και ουκ εξουδένωσε την δέησιν αυτών” (Ψαλμ. ρα΄ 18).

Όταν δείχνουμε απεριόριστη αγάπη στο Θεό, που φαίνεται από την καθαρή προσευχή μας και την τήρηση των εντολών Του. “Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με” (Ιωάν. ιδ΄ 21). Είναι σημαντικό να αγαπούμε το Θεό με όλη μας την καρδιά, για να ευεργετηθούμε πλουσιοπάροχα με τις θείες δωρεές Του. Η καρδιά μας μας φανερώνει πόσο αγαπούμε το Θεό, από το πόσο χρόνο σκεπτόμαστε Αυτόν. Όσο περισσότερο αγαπούμε το Θεό, τόσο περισσότερο ζούμε αληθινά εν Χριστώ και τιμούμε την Παναγία και όλους τους αγίους. Γι’ αυτό μια προσευχή αγαπητική προς το Θεό θα είναι περισσότερο ευπρόσδεκτη, διότι θα δείχνει την καρδιά μας, πόσο τον αγαπούμε και τον τιμούμε με τη ζωή μας.

Και το σπουδαιότερο, όταν έχουμε υπομονή στις παρακλήσεις μας. Μέσα στην υπομονή μας δοκιμάζεται η πίστη μας, πόσο ανθεκτική είναι στους ανέμους της αμφιβολίας και της ολιγοπιστίας. “Το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν” (Ιακ. α΄ 2). Η υπομονή γίνεται γέφυρα ενώσεως μετά του Θεού, ώστε να εισακουσθεί η προσευχή μας. Χαρακτηρίζει ανθρώπους με υπομονή, εκείνους που έχουν διαπεράσει από πολλές θλίψεις στη ζωή τους και είναι ανθεκτικοί στους ερχόμενους πειρασμούς, διότι η πίστη μας είναι στήριγμα στα δεινά της ζωής μας.

Όταν υπάρχει θερμή προσευχή που να συγκλονίζει την καρδιά μας από την αγάπη προς το Θεό. Μια προσευχή που έχει δείγματα απόλυτης εμπιστοσύνης και αφοσιώσεως στο Θεό γίνεται δεκτή και ευάρεστη. Η προσευχή μας βοηθεί να ελευθερωθούμε από τα πάθη μας και κάθε κακή επιθυμία μας. Η καθαρή προσευχή δείχνει πόσο αγαπούμε το Θεό και πόσο εισακούει ο Θεός την καρδιακή προσευχή μας. Αναφέρεται ότι κάποτε ασκήτευε στην έρημο του Σινά ένας άγιος γέροντας. Μια μέρα τον συναντά ένας μοναχός και του λέγει:
– Πάτερ μου, ταλαιπωρούμαστε πολύ εξ αιτίας της ανομβρίας.
– Γιατί, ρώτησε ο γέροντας, δεν προσεύχεσθε και δεν παρακαλείτε το Θεό να βρέξει;
– Και προσευχόμαστε, απάντησε ο αδελφός, και λιτανείες κάνουμε. Αλλά δεν βρέχει.
– Ασφαλώς, λέει πάλι ο ασκητής, δεν θα προσεύχεσθε εντατικά και από τα βάθη της ψυχής σας. Θέλεις, λοιπόν, να το διαπιστώσεις και συ; Ας προσευχηθούμε μαζί.
– Τότε ο γέροντας ασκητής ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και προσευχήθηκε. Και αμέσως άρχισε να βρέχει.
Μόνο μια θερμή προσευχή που βγαίνει μέσα από την καρδιά μας εισακούεται από το Θεό.

Ανάγκη είναι να συνεργεί με την προσευχή και η νηστεία, διότι λέγει ο Κύριος: “τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία” (Ματθ. ιζ΄ 21). Η προσευχή και η νηστεία συμπορεύονται για να ταπεινώσουν το σώμα και την ψυχή. Είναι ένας αγώνας πνευματικός που διέρχεται από την καθολική ψυχοσωματική άσκηση. Η νηστεία χρειάζεται για την πάλη εναντίον των δαιμόνων και των σαρκικώνπαθών. Η νηστεία δυναμώνει την ψυχή στις αρετές και ενισχύει κατά πολύ την προσευχή, με αποτέλεσμα να ανυψώνεται πιο εύκολα ο νούς μας στο Θεό.

Να υπάρχει ειλικρινής μετάνοια, που να φανερώνει την εσωτερική συντριβή της καρδιάς μας και τη μεταστροφή μας προς το θέλημα του Θεού. “Ροήν μου των δακρύων μη αποποιήσης”. Η μετάνοια εκδηλώνεται στην ταπεινή ψυχή που διψά για τη συγχώρεση των αμαρτημάτων της και δέεται για τη σωτηρία της. Και συγχρόνως παρακαλεί για τη βοήθεια στα προβλήματά της. Η εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου οδηγεί στο να προκαλέσει την ευσπλαχνία του Θεού προς βοήθειά Του. Η μετάνοια δεν ανορθώνει μόνο την πεσμένη ψυχή του ανθρώπου από την αμαρτία αλλά και την πεσμένη ζωή του από τα δεινά και τις θλίψεις του.

γ. Πότε δεν εισακούεται η παράκλησή μας;

α. Όταν κάνουμε αμαρτωλή ζωή και δεν μετανοούμε για τις αμαρτίες μας.
β. Όταν υπάρχει μέσα μας υπερηφάνεια και έπαρση.
γ. Όταν υπάρχει ολιγοπιστία.
δ. Όταν ξεχνούμε τις ευεργεσίες του Θεού στη ζωή μας.
ε. Όταν δεν είναι για το συμφέρον της ψυχής μας.

δ. Πως ευχαριστούμε την Παναγία;

Πρέπει να ευχαριστούμε την Υπεραγία Θεοτόκο με ύμνους και δεήσεις δοξολογικές, για να τιμούμε άξια τη θεία βοήθειά Της. Το “Άξιόν εστι ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών…”, πρέπει να το λέγουμε τακτικά. Ακόμη και άλλους ύμνους που δείχνουν τη δόξα της Παναγίας στη Βασιλεία του Θεού και στη γη, που παρουσιάζει ο παρακλητικός κανόνας.

Την Παναγία ευχαριστούμε για όλες τις δωρεές Της που προσφέρει σε μας διά της θείας ευλογίας Της: “απολαύοντες Πάναγνε, των Σων δωρημάτων ευχαριστήριον, αναμέλπομεν εφύμνιον, οι γινώκοντές σε Θεομήτορα” (Μικρός Παρακλητικός Κανών). Ευχαριστούμε την Παναγία, όταν αναγνωρίζουμε τη θέση Της μέσα στην εκκλησία. Είναι η Θεοτόκος, η Μητέρα του Θεού που εγέννησε ασπόρως τον Υιόν του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Είναι η Θεομήτωρ. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: “Θεοτόκον κυρίως και αληθώς την Αγίαν Παρθένον κηρύττομεν· ως γαρ Θεός αληθής ο εξ αυτής γεννηθείς, αληθής Θεοτόκος η τον αληθινόν Θεόν εξ αυτής σεσαρκωμένον γεννήσασα”[1].

Ευχαριστούμε την Παναγία διότι εγέννησε τον Υιόν του Θεού, τον Ιησού Χριστό. Μας πρόσφερε ένα και μοναδικό δώρο, τη σάρκωση του Υιού του Θεού. Εδώρισε το τίμιον και αγνό σώμα Της για τη σωτηρία μας. Η προσφορά Της αυτή είναι το δώρο προς το ανθρώπινο γένος.

Ευχαριστούμε την Παναγία με ύμνους και λόγους, με τους οποίους τονίζουμε το θείο έργο Της επί της γης. Ύμνους δοξαστικούς που έχει καθιερώσει η εκκλησία για να δοξάσει το υπερύμνητο θείο πρόσωπό Της. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: “Αληθινά δεν υπάρχει γλώσσα ανθρώπου, μήτε υπερκόσμιος, αγγελικός νούς που να μπορεί επάξια να υμνήσει Εκείνη, με την οποία μας δόθηκε η δυνατότητα να θεωρούμε καθαρά τη δόξα του Κυρίου”[2]

Ευχαριστούμε την Παναγία, όταν προσευχόμαστε για όλους τους ανθρώπους. Για εκείνους που είναι μακρυά από το Θεό. Μας ζητά να προσευχόμαστε για τη μεταστροφή των ανθρώπων στον Υιό Της. Να πλησιάζουμε τον Κύριο με αγάπη, για να λάβουμε πλούσιους καρπούς. Να προσευχόμαστε πάντοτε, και σε καλές στιγμές της ζωής μας, όπου υπάρχει η χαρά και η ευτυχία. Να τον δοξολογούμε και να τον υμνούμε με την καθαρή ζωή μας. Να τηρούμε τις εντολές Του. Αυτός να είναι ο οδηγός και ο φάρος της ζωής μας. Να είμαστε υπάκουοι στο άγιο θέλημά Του. Να προοδεύουμε στην πνευματική ζωή και να έχουμε πνευματική ένωση με το Θεό.

Όπως εμείς παρακαλούμε την Υπεραγία Θεοτόκο για τη δική μας βοήθεια, το ίδιο παρακαλεί και Αυτή εμάς να ακούμε τον Υιό Της, να ακούμε και να τηρούμε τις θείες εντολές Του για τη δική μας σωτηρία.
Η Παναγία μας δείχνει το δρόμο προς τον ουρανό, αρκεί να τον διαβούμε με τις αρετές Της, ώστε να γίνουμε άξιοι της αγάπης Της.

(Από το βιβλίο του π.Δαμιανού Ζαφείρη «Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ»)

[1] Ιωάννης Δαμασκηνός, ΕΠΕ, 1, 23.
[2] Ιωάννης Δαμασκηνός, Θεοτόκος, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σελ. 103.


Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Ο ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ

 
 
Οι άγιοι Πατέρες και οι ιεροί υμνο­γρά­φοι όταν ομιλούν για την Πα­να­γία, εκπλήσσονται μπροστά στη μεγαλο­σύνη της και την ατενίζουν με δέος ιερό. Θαυμάζουν τον υπερφυή τόκο της, υμνούν το ύψος των πνευ­­ματικών της χαρισμάτων, δοξάζουν τον Τριαδικό Θεό για την πρέ­σβει­ρα του ανθρωπίνου γένους στον ουρανό. Γνωρίζουν ότι, τον έμψυχο ναό του Θεού δεν μπορούν να αγγίξουν χέρια αμύη­των. Ζητούν με τα­πεί­νωση από τον Δωρεοδότη Κύριο να τους χαρίζει γλώσσα, προ­φο­ρά και λογισμό α­κα­ταί­σχυντο, λάμψη θεϊκή και φωτισμένο νου, για να πε­­ρι­γράφουν το «υπέρ λόγον και έννοιαν» μυστήριο της θείας εναν­θρώ­πησης. Πάντοτε συνδέ­ουν το ιερό πρόσωπό της με το πρόσωπο του Σωτήρος Χρι­στού.


Η Παναγία αγάπησε πολύ και πόνεσε πολύ. Βίωσε και γεύθηκε τον πόνο, την προσφυγιά, την περι­φρό­νηση, τον ονειδισμό και την ανθρώπινη κακία σε απερίγραπτο βαθμό. Η προφητεία του Συμεών είναι ενδεικτική: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφέα» (Λουκ. 2,35). Ο Γέρο­ντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ γράφει: «Η Παναγία μας, πόνεσε πιο πο­λύ απ΄ όλες τις γυναίκες, πιο πολύ απ΄ ό­λες τις μανάδες του κόσμου, γι­α­τί κανέ­να δεν έβλαψε, σε κανένα δεν έκα­νε κακό, κι΄ όμως Της έκαναν το με­γαλύτερο κακό όλης της οικουμένης. Σταύ­ρωσαν Τον Υιό Της. Και α­ντι­κρύζοντάς Τον πάνω Στο Σταυρό, πόνεσε τόσο η καρδιά της… Γι΄ αυτό μπορεί να καταλάβει την κάθε πονεμένη ύπαρξη, και συ­μπά­σχει με τον κάθε άνθρωπο που πονά, γιατί ακριβώς , ξέρει τι πάει να πει πόνος».

Είναι κοινός τόπος στη διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ότι ο άν­θρωπος του Θεού μέσα από τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τον πόνο, τις ασ­θέ­νειες, τους πειρασμούς, τις κακουχίες και την οδύνη υπερβαίνει τον πει­ρασμό της εγωκεντρικής αυτάρκειας και ωριμάζει στην πνευματική ζωή. Ο Μ. Βασίλειος σε μια Ομιλία του με τίτλο, Εν λιμώ και αυχμώ, τονί­ζει σχετικά: «Τον καπε­τά­νιο τον δοκιμάζει και τον καταρτίζει η τρικυμία, τον αθλητή το στάδιο, τον στρατηγό η παράταξη σε μάχη, τον μεγα­λό­ψυ­χο και γενναίο η συμφορά, τον δε χριστιανό οι πειρασμοί και οι δο­κι­μα­σίες. Οι λύπες φανερώνουν τη γνήσια ψυχή, όπως η φωτιά το καθαρό χρυσά­φι».

Η Παναγία δεν είχε ανάγκη όλων αυτών των πειρασμών και των θλίψεων, για να φθάσει στο ύψος της πνευματικής τελείωσης. Εξάλλου εκείνη δόξαζε δοξολογικά τον Κύριο και αισθανόταν άπειρη αγαλλίαση, όταν κυοφορούσε τον Χριστό (βλ. Λουκ. 1,47 κ.ε.) Μετείχε όμως και συνέ­πασχε πάντοτε ως άνθρωπος στον πόνο και την οδύνη του αν­θρώπου της πτώσεως. Κι όσο μεγαλύτερη ήταν η αγάπη της τόσο βαθύτερος ήταν ο πόνος της. Γράφει σχετικά ο Γέροντας Σωφρόνιος: «Όταν η Παναγία στε­κό­ταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ω­κεανό, και οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παρά­δεισο. Και αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δει η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει πα­ρη­γοριά και χαρά των αποστόλων και του χριστιανικού λαού. Εμείς δεν φτά­νουμε στο πλή­ρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοή­σουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της».

Η Παναγία, οι Απόστολοι και οι άγιοι της Εκκλησίας γίνονται κοι­νω­­νοί των παθημάτων του Χριστού. Κι ο Χριστός επιφυλάσσει για τους πι­στούς του δούλους τα αγαθά της Βασιλείας του. Οπότε ο πόνος και η θλί­ψη γίνονται χαρά και ευφροσύνη. Τα βάσανα και οι κακουχίες, θείος γλυ­κασμός. Ο θάνατος γίνεται κοίμηση, αιώνιος σαββατισμός και αιώνια α­νά­παυση. Η Παναγία δεν πόνεσε όπως πονάμε εμείς ενώπιον του θα­νά­του. Ο τρό­πος ετοιμασίας της δείχνει την αταραξία της μπροστά στο φο­βε­ρό αυτό μυστή­ριο. Κι αυτό αποτελεί παιδαγωγία για όλους τους χρι­στι­α­νούς.

Κι όπως διδάσκει η παράσταση της βυ­ζα­ντι­νής εικόνας της Κοι­μή­σεως της Θεοτόκου, την πάναγνη ψυχή της Παρθένου υποδέχεται την ώρα του θανάτου της ο Μονο­γενής της Υιός, ο Πλάστης και Σωτήρας του κό­σμου. Και την δέχεται, για να την αναπαύσει στα αιώνια σκηνώματα της θείας δόξας. «Εις τους πό­δας της», όπως σημειώνει στο Άγιον Όρος τον 18ο αιώνα ο ιερομόναχος Διο­νύ­σιος εκ Φουρνά των Αγράφων, «ο από­στολος Πέτρος θυμιών με θυ­μια­τόν, και εις την κεφαλήν της ο άγιος Παύλος και ο θεολόγος Ιωάννης α­σπα­ζόμενοι αυτήν· και γύροθεν οι λοιποί απόστολοι και οι άγιοι ιεράρ­χαι, Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος και Τιμόθεος, βαστάζοντες Ευαγ­γέ­λια και γυναίκες κλαίου­σαι· επάνωθεν αυτής ο Χριστός βαστών εις τας αγκάλας του την αγίαν αυτής ψυχήν λευκοφόρον· και γύροθεν αυτού φως πο­λύ και πλήθος αγγέλων, και άνωθεν εις τον αέρα πάλιν οι δώδεκα από­στο­λοι ερχόμενοι μετά νεφελών».

Η Υπεραγία Θεοτόκος δέχτηκε τόν Ευαγ­γε­λισμό όταν ησύχαζε «υπερφυῶς» μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, «ποθοῦσα τήν ὑπε­ρκόσμιον πρός τόν Θεόν ένωσιν», όπως γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Έζησε κοντά στον Κύριο, δίπλα στον Απόστολο της αγάπης, Ιωάννη το Θεολόγο και εντός της πρώτης Εκκλησίας. Κατά την Κοίμησή της επιστρέφει στην αγκα­λιά του Κυρίου της, στον οποίο δέεται έκτοτε ικετευτικά για το αν­θρώ­πινο γένος. Και ό­ποιος προστρέχει σε αυτήν δεν φεύγει «κατησχυμέ­νος» και ντρο­πια­σμέ­νος, «αλλ’ αιτείται την χάριν και λαμβάνει το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως».



Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ - ΒΙΟΣ

 

Tον καιρό που τα μαύρα σύννεφα της ειδωλολατρείας σκέπαζαν απειλητικά όλη την οικουμένη, στα τέλη δηλαδή του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν, γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας ο Άγιος μεγαλομάρτυρας Παντελεήμων. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο φοβερός διώκτης των Χριστιανών, ο Μαξιμιανός.

Ο πατέρας του λεγόταν Ευστόργιος και ήταν ειδωλολάτρης αξιωματούχος, μέλος της συγκλήτου. Η μητέρα του λεγόταν Ευβούλη και ήταν θερμή Χριστιανή. Το όνομα που έδωσαν στο παιδί τους ήταν Παντολέον.

Ο Παντολέον ήταν πολύ έξυπνος, ευγενικός, επιμελής, ταπεινός και πράος, γεμάτος αρετή, παρ’ όλο που ακόμη δεν είχε βαπτιστή Χριστιανός. Όταν μεγάλωσε, ο πατέρας του τον παρέδωσε σ’ ένα φημισμένο γιατρό, τον Ευφρόσυνο , για να του διδάξει την ιατρική επιστήμη. Σε λίγο καιρό ο Παντολέον ξεπέρασε όλους τους συνομήλικους του στη μόρφωση και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το χαρακτήρα του. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας για την αρετή και την εξυπνάδα του, τον προόριζε για να γίνει γιατρός στο παλάτι, ο γιατρός των ανακτόρων.

Τον ίδιο καιρό ο γέροντας ιερέας της Νικομήδειας Ερμόλαος, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα κάλεσε στο σπίτι που κρυβόταν τον Παντολέοντα για να τον γνωρίσει. Αφού συνομίλησαν για πολλή ώρα, ο Ερμόλαος κατενθουσιάστηκε από τις αρετές που κοσμούσαν τον νέο και αποφάσισε να του γνωρίσει την πίστη στο Χριστό. Έτσι αναπτύχθηκε ανάμεσα τους μια άριστη πνευματική σχέση. Ο Παντολέον επισκεπτόταν καθημερινά τον Άγιο Ερμόλαο και απολάμβανε τους Χριστιανικούς του λόγους. Στερεωνόταν έτσι σιγά σιγά στην αληθινή πίστη.

Ένα εντυπωσιακό γεγονός κάνει τον Παντολέοντα να πάρει τη σοβαρή και γενναία απόφαση να δεχθεί το Άγιο Βάπτισμα, να γίνει Χριστιανός. Ενώ περπατούσε στο δρόμο συνάντησε ένα παιδί που το δάγκωσε μια οχιά και πέθανε. Λέει λοιπόν στον εαυτό του: Θα προσευχηθώ στο Χριστό να αναστήσει αυτό το παιδί και αν πράγματι το παιδί αναστηθεί, εγώ πια δεν υπάρχει λόγος να καθυστερώ τη βάπτισή μου, θα γίνω Χριστιανός, θα πιστέψω ότι ο Χριστός είναι ο Θεός ο αληθινός, ο Σωτήρας του κόσμου. Αυτά σκέφτηκε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο. Αμέσως το παιδί ζωντάνεψε και το φίδι απέθανε.

Γεμάτος χαρά ο Παντολέον τρέχει στο γέροντα Ερμόλαο, του διηγείται το θαύμα και του ζητά να τον βαπτίσει. Και ο Ερμόλαος, επειδή γνώριζε ποιος οδηγείται στην τελειότητα, γεμάτος συγκίνηση οδήγησε στο φωτισμό του θείου βαπτίσματος τον Παντολέοντα.

Απο τότε ο Παντολέον έγινε ανάργυρος ιατρός. Θεράπευε με τη δύναμη του Ιησού Χριστού τους ασθενείς, χωρίς να παίρνει καθόλου χρήματα. Ακόμη, όταν εύρισκε φτωχούς τους βοηθούσε ποικιλότροπα, δίνοντας τους χρήματα και άλλα αναγκαία είδη. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά θαύματα του Αγίου ήταν η θεραπεία ενός τυφλού, με τη δύναμη και πάλι του παντοδύναμου Θεού μας, του Χριστού.

Οι θαυμαστές θεραπείες του Αγίου προκάλεσαν το θαυμασμό των κατοίκων της Νικομήδειας, αλλά και το μίσος και το φθόνο των άλλων ιατρών της πόλης. Οι τελευταίοι κατάγγειλαν τον Παντολέοντα στον Αυτοκράτορα Μαξιμιανό, το φοβερό αυτό διώκτη του Χριστιανισμού.

Ο Μαξιμιανός κάλεσε τον Άγιο στα ανάκτορα για να ζητήσει εξηγήσεις. Ο Άγιος ομολόγησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανός. Ο αυτοκράτορας στην αρχή προσπάθησε να τον πείσει με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να αρνηθεί το Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Παντολέον όμως έμεινε πιστός και ακλόνητος. Δεν αρνήθηκε. Δεν πρόδωσε το Χριστό.

Ο αυτοκράτορας εξαγριωμένος, διέταξε φοβερά βασανιστήρια, για να κλονίσει τον Άγιο και να τον εξαναγκάσει να θυσιάσει στα είδωλα.

Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα, άρχισαν να του ξέουν τη σάρκα με μαχαίρια και να καίνε τις πληγές με λαμπάδες. Ο Χριστός, όμως,ήλθε σε βοήθεια του Αγίου και του θεράπευσε τις πληγές, φωτίζοντάς τον με αστραπές. Στη συνέχεια έβαλαν τον Παντολέοντα μέσα σε ένα καζάνι που έβραζε. Με τη βοήθεια όμως και πάλι του Θεού ο Άγιος έμεινε σώος και αβλαβής και η φωτιά θαυματουργικά έσβησε. Ακολούθως βύθισαν τον Άγιο στα βάθη της θάλασσας, αφού έδεσαν στο λαιμό του μια τεράστια πέτρα. Ο Χριστός, όμως, έκανε την πέτρα πιο ελαφριά από φύλλο και έδωσε στον Παντολέων τη δύναμη να περπατά πάνω στα νερά. Έτσι σώος και αβλαβής, βγήκε στη στεριά. Στη συνέχεια έρριξαν τον Άγιο σε πεινασμένα άγρια θηρία. Όμως τα ζώα, αντί να τον κατασπαράξουν, έγλειφαν ήρεμα και ειρηνικά με τη γλώσσα τους τα πόδια του, κουνόντας τις ουρές τους.

Έκπληκτος αλλά και εξαγριωμένος ο ηγέμονας, διατάσσει τον αποκεφαλισμό του Αγίου. Θαυματουργικός το ξίφος λυγίζει και αντί αίμα τρέχει γάλα. Λίγο πριν από το μαρτυρικό δια αποκεφαλισμού θάνατο του Αγίου, ακούσθηκε φωνή απ’ τον ουρανό. Ήταν η φωνή του Θεού που του έδωσε το όνομα Παντελεήμων, που σημαίνει τον Άγιο που όλους τους βοηθά και τους ελεεί ακόμη και τους εχθρούς του.

Το Τίμιο Σώμα του Αγίου τάφηκε με τιμές από τους Χριστιανούς. Η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του την 27 η Ιουλίου.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 27Ιουλίου.