Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΩΣ ΑΙΤΗΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ - Π. ΛΙΒΥΟΣ

  
 
Του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου(Λίβυος)

Κάθε χρόνο την μέρα της Κυριακή του Θωμά, γεννάται μέσα μου ένα βαθύ ερώτημα. Τι είναι τελικά πίστη και τι απιστία; Ποιος είναι ο πιστός και ποιος ο άπιστος;

Αρκεί μια νοητική αποδοχή κάποιων άρθρων πίστεως; Ολοκληρώνεται κανείς αποδεχόμενος νοησιαρχικά κάποιες πεποιθήσεις; Γεμίζει η ζωή μονάχα με ιδεολογικές διαβεβαιώσεις, δίχως Παρουσία και Συνάντηση; Φτάνει μια ηθικολογία ή αρετολογία χωρίς γεύση και εμπειρία της όντως ζωή;

Έρχεται λοιπόν ο ιερός υμνωδός να ταυτιστεί με το εσωτερικό αίτημα του αποστόλου Θωμά και να πει όχι. Δεν αρκεί μια συμβατική αποδοχή ηθικών αρχών και κωδίκων. Είναι λειψή και υπαρξιακά πενιχρή μια εξωτερική συμμόρφωση σε λεκτικές διαβεβαιώσεις. Αργά η γρήγορα η ψυχή θα κουραστεί και η καρδιά ως κέντρο επιθυμιών, θα ποθήσει την εμπειρική βίωση της διαπίστευσης. Όσοι έπνιξαν μέσα τους αυτό τον πόθο και καημό, για νόημα και εσωτερική πληρότητα, το πλήρωσαν ακριβά στον απολογισμό της ψυχικής και σωματικής τους ολότητας.

Για αυτό σήμερα η υμνολογία της εκκλησίας, εκθειάζει την «καλή απιστία του Θωμά». Γιατί ο Θωμάς δεν είναι άπιστος όπως λανθασμένα μας γαλούχησε η λαϊκή παράδοση. Ο απόστολος Θωμάς μέσα από το αίτημα του, καταθέτει μια αρχαϊκή πανανθρώπινη ανάγκη για την αμεσότητα της εμπειρίας.

Σε κανένα δεν αρκεί και κανείς δεν ολοκληρώνεται εάν και μόνο τον διαβεβαιώσουν ότι τον αγαπούν. Οι λέξεις απαιτούν την πραγμάτωση σε πρόσωπα και πράγματα. Το πρόσωπο επιθυμεί οι αγαπητικιές διαβεβαιώσεις να γίνουν εμπειρία, βίωμα και σχέση, αγκαλιά, φιλιά και βαθιά ψυχοσωματική αποδοχή.
 
 

Κατά τον ίδιο τρόπο η σχέση με τον Θεό δεν είναι μια εξωτερική συμμόρφωση σε ιδεολογικές διαβεβαιώσεις, αλλά προσωπική εμπειρία και συνάντηση, στο εσώτερο χώρο της ανθρώπινης καρδιάς. Στην βαθεία καρδία όπως την ονομάζουν οι νηπτικοί.

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εκφράζοντας την ησυχαστική παράδοση θα πει « το ανενέργητον και ανύπαρκτον εστί». Δηλαδή αυτό που δεν ενεργείται εντός της υπάρξεως μας ως συνάντηση και βίωμα Θεού, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Διότι μπορεί οντολογικά ο Θεός να «υπάρχει», αλλά όταν εσύ δεν έχεις ενεργή εμπειρία αυτής της πραγματικότητας για σένα δεν υπάρχει.

Έτσι η ιερή υμνολογία και η όλη στάση του αποστόλου Θωμά, έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του αυτοδικαιοτισμού μας και των εσωτερικών τακτοποιήσεων μας. Λέγοντας μας ότι εκτός από την αμαρτωλή και καταδικαστέα απιστία υπάρχει και μια άλλη απιστία, η «καλή απιστία». Αυτή η απιστία που μεταμορφώνεται σε ουσιώδη πίστη και αποκαλυπτική συνάντηση.

Προς στιγμή αισθανόμαστε λίγο άβολα και περίεργα. Ίσως και ενοχλητικά. Ξαφνιασμένοι διερωτόμαστε, υπάρχει «καλή απιστία». Και όμως υπάρχει. Εκείνη η δίψα για κάτι ουσιώδες και αληθινό. Που δεν αναπαύεται στο σχετικό, τυπικό, νομικό και απλά ηθικό.

Ο Θωμάς δεν είναι άπιστος, αλλά δεν του φτάνει, δεν του αρκεί, η λεκτική διαβεβαίωση. Εάν απλά και μόνο αναπαυόταν σε μια λεκτική διαβεβαίωση, θα εγκλώβιζε την ύπαρξη του σε μια απλή πεποίθηση ή ιδέα. Αυτός όμως διψά και πεινά την συνάντηση, την γεύση, την εμπειρία και το βίωμα του Αναστημένου Χριστού.

Η πίστη κατά τους νηπτικούς πατέρες δεν είναι μια πεποίθηση. Δεν είναι η αποδοχή κάποιων ιδεολογικών θρησκευτικών άρθρων ή θεολογικών όρων τους οποίους δέχεσαι ή απορρίπτεις. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Είναι χάρισμα και άνοιγμα της ύπαρξης στην εμπειρία του μυστηρίου του Θεού. Δεν είναι κατάκτηση αλλά χάρις, δώρο, εμπειρία και συνάντηση.

Η ησυχαστική εμπειρία μας λέει ότι άλλο είναι να μιλάς για ένα όμορφο μήλο και άλλο να το έχεις γευθεί. Επίσης ότι εκείνος που μιλάει η ασχολείται περί του Θεού δίχως την εμπειρία Του, μοιάζει με τον μάγειρο εκείνο που φτιάχνει καταπληχτικά φαγητά και ενώ είναι διαρκώς πάνω από τα τσακάλια και τις κατσαρόλες ποτέ δεν δοκίμασε την νοστιμιά της γεύσεως τους.

Ο Θωμάς δεν είναι άπιστος. Απλά αναζητάει την επαφή και την εμπειρία την σχέσης με τον Θεό. Εάν η Χριστιανική ζωή δεν είναι εμπειρία και βίωμα, καταντάει ιδεολογία, άνευρος ηθικισμός, σκληρός και μισάνθρωπος νομικισμός, με λίγα λόγια μια ζωή δίχως χαρά, γεύσεις και ευωδίες. Και αυτό δεν είναι η ζωή Του Χριστού. Διότι ο Χριστός είναι η Ζωή.
 
 

Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος που διατείνεται για την απιστία του, δεν πράττει τίποτε άλλο παρα να περιφέρει με υπαρξιακά εκκωφαντικό τρόπο την βαθιά ανάγκη της καρδιάς του να πιστέψει. Την πίστη ζητάει πίσω απο την άρνηση. Αυτο έκανε και ο απόστολος Θωμάς, απιστεί με βαθύτερο αίτημα την πίστη. Αλλα μια πίστη ως πρόταση ζωής και βιώματος και οχι ως μια εξωτερική συμμόρφωση σε νόμους και κανόνες, σε ηθικά και ιδεαλιστικά διδάγματα. Ολοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν για την Ζωή, και σε ολη τους την ζωή ψάχνουν να βρουν το νόημα και την αλήθεια της όντως Ζωής.

Τώρα ίσως κάποιος διερωτηθεί, μα τότε γιατί ο Χριστός ενώ δέχεται να απαντήσει στο αίτημα του Θωμά, συγχρόνως λέει, «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες ;». Ακριβώς γιατί γνωρίζει ότι ο άνθρωπος όλα τα ιερά και αγνά μπορεί να τα μεταμορφώσει σε κίβδηλα, ψεύτικα και αυτοκαταστροφικά. Έτσι πολλές φορές αυτή η δίψα του ανθρώπου για πραγματική και ουσιώδης συνάντηση με τον Θεό, παραχαράσσετε σε φτηνή ιδιοτέλεια, σε θρησκευτική εμμονή, σε μπακαλίστικη δοσολητπική προσέγγιση. Ενώ ο Θωμάς δεν θέλει θαύματα για να πιστέψει, ούτε ζητά ανταλλάγματα. Απλά αναζητεί την βιωματική εμπειρία της Αναστάσεως πέραν της απλής νοησιαρχικής αποδοχής. Ο Χριστός λοιπόν λέγοντας αυτή την φράση, δεν απορρίπτει την δίψα του Θωμά, διότι διαφορετικά δεν θα απαντούσε αποκαλυπτικά στο αίτημα του. Απλά βάζει τα διακριτά όρια της όντως υπαρξιακής πείνας από την θρησκευτική ιδιοτελή επαιτεία. Διαχωρίζει την αληθινή εσωτερική αναζήτηση από την θεαματική εξωτερική απόδειξη. Το ψευδές από το όντως αληθινό αίτημα της ανθρώπινης καρδιάς. Άλλο η αγάπη και άλλο η ανάγκη.

π. Λίβυος

ΠΗΓΗ

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ - ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 
 
 

Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται.

Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:

- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου.

Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.

Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ' ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού.

Θα γνωρίσεις τότε ότι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.

Ο γέροντας, όταν τ' άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ' ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος.
  
 
 

Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.

Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί.

Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε.

Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.

Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν' αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.

Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τα χωράφια.
 
 

Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.

Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του.

Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα.

Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε.

Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.

Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ' την κουφάλα και θαύμαζε.
 
 
 

Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:

Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία.

Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!

Ενώ ο γέροντας προσευχόταν με δάκρυα, κατέβηκε ο Άγγελος Κυρίου και του είπε:

Μη λυπάσαι, γέροντα, ούτε να σου κακοφαίνεται και να νομίζεις ότι όλα αυτά γίνονται τάχα χωρίς θέλημα Θεού.

Αλλά άπ' αυτά πού συμβαίνουν, άλλα γίνονται κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση κι άλλα κατά οικονομία.

Άκουσε λοιπόν:

Αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε.

Ο τελευταίος είχε ένα περιβόλι αξίας εκατό φλουριών. Ο πλούσιος, επειδή ήταν πλεονέκτης, τον εξανάγκασε να του το δώσει για πενήντα φλουριά.

Ο φτωχός εκείνος, μη έχοντας τι να κάνει, παρακαλούσε το Θεό να κάνει την εκδίκηση. Γι' αυτό και οικονόμησε ο Θεός και του τα έδωσε διπλά.

Εκείνος, πάλι, ο φτωχός, ο κουρασμένος, που δεν βρήκε τίποτα και φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει μια φορά φόνο.

Μετανόησε όμως ειλικρινά και σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του τα έργα του ήταν χριστιανικά και θεάρεστα.

Διαρκώς παρακαλούσε το Θεό να τον συγχωρέσει για το φόνο που διέπραξε και συνήθιζε να λέει:

«Θεέ μου, τέτοιο θάνατο πού έδωσα, ίδιο να μου δώσεις!».

Βέβαια, ο Κύριός μας τον είχε συγχωρέσει από την πρώτη στιγμή πού εκδήλωσε τη μετάνοιά του.
 
 

Συγκινήθηκε όμως ιδιαίτερα από το φιλότιμο του παιδιού του, το οποίο όχι μόνο φρόντιζε για την τήρηση των εντολών του, αλλά ήθελε και να πληρώσει για το παλιό του φταίξιμο.

Έτσι δεν του χάλασε το χατίρι, επέτρεψε να πεθάνει με βίαιο τρόπο - όπως του το είχε ζητήσει - και το πήρε κοντά Του, χαρίζοντας του μάλιστα και λαμπρό στεφάνι για αυτό του το φιλότιμο!

Ο άλλος, τέλος, ο πλεονέκτης, που έχασε τα φλουριά κι έκανε το φόνο, θα κολαζόταν για την πλεονεξία και τη φιλαργυρία του.

Το άφησε λοιπόν ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου για να πονέσει η ψυχή του και να έρθει σε μετάνοια.

Με την αφορμή αυτή αφήνει τώρα τον κόσμο και πάει να γίνει καλόγερος!

Λοιπόν, πού, σε ποια περίπτωση, βλέπεις να ήταν άδικος ή σκληρός και άπονος ο Θεός;

Γι' αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, γιατί Εκείνος τις κάνει δίκαια και όπως ξέρει, ενώ εσύ τις περνάς για άδικες.

Γνώριζε επίσης ότι και πολλά άλλα γίνονται στον κόσμο με το θέλημα του Θεού για λόγους που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν.

Κι έτσι το σωστό είναι να λέει ο καθένας:

«Δίκαιος ει Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις σου.»


Ο ΠΑΠΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΕΙΡΟΣ ΘΕΟΣ- ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Ό παπα-Γιώργης, ιερεύς σε κάποιο χωριό της πατρίδος μου, έλεγε κάποτε ότι τον κατέτρωγε η απορία πώς είναι άπειρος ο Θεός και πώς είναι άπειρος στα ιδιώματά Του, όπως: άπειρος στην σοφία Του, στην παντοδυναμία Του, στην πανταχού παρουσία Του, στην παγγνωσία Του, στην αγαθότητά Του, στην αγάπη Του… άπειρος!!! άπειρος!!! αυτή η στοχαστική και επίμονη απορία τον κατέτρωγε μέρα-νύχτα.

Σε μια γιορτή του αγίου Δημητρίου, τον κάλεσε ο ιερεύς του διπλανού χωρίου να συλλειτουργήσει μαζί του, για να λαμπρυνθεί «έτι περισσότερο» το πανηγύρι του Ναού. Πράγματι πήγε και προΐστατο της Θείας Λειτουργίας ως φιλοξενούμενος, αλλά και ως έχων τα πρεσβεία της χειροτονίας.Άρχισε η Θεία Λειτουργία και ήλθε η ώρα της αγίας Αναφοράς με τις εκφωνήσεις: «Στώμεν καλώς…» του ιερέως και «Ελεον ειρήνης…» των ιεροψαλτών και ακολούθησε η τριαδική αναφορά: «Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού…» και η απάντησης του λαού δια των ιεροψαλτών: «και μετά του πνεύματός σου…» και ευθύς αμέσως υψώνοντας τα χέρια του ο λειτουργός παπα-Γιώργης προς τον Παντοκράτορα του τρούλου του Ναού εκφώνησε το «Άνω σχώμεν τάς καρδίας…» και τότε, σ’ αυτή την στάσι κοκάλωσε!
Μετά το «Έχομεν προς τον Κύριον ..» και βλέποντας ο συλλειτουργός του την «μαρμάρωσί» του, κατάλαβε ότι κάτι θα του συνέβη, όχι όμως κακό. Τον έπιασε απαλά και τον έβαλε μέσα στο Άγιο Βήμα κατεβάζοντας συγχρόνως και τα χέρια του κάτω αφήνοντάς τον, όπως μέσα του πληροφορήθηκε, στην έκστασή του και συνέχισε την Θεία Λειτουργία μόνος. Στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων συνήλθε ο παπα-Γιώργης, επανήλθε στη θέση του και συνέχισε κανονικά μέχρι το τέλος την Θεία Λειτουργία.
 
 


Στις επίμονες ερωτήσεις του συλλείτουργού του πατρός’ Ιωάννη, απαντούσε ότι «δεν θυμάται τίποτα».

Με αφορμή το βιβλίο «Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», μου εξομολογήθηκε ο παπα-Γιώργης την δική του εμπειρία για πρώτη φορά, με την παράκληση να σεβασθώ την ανωνυμία του.

«Με το «Άνω σχώμεν τάς καρδίας…» ένοιωσα και είδα με τα μάτια της ψυχής μου να αρπάζονται όλες οι καρδιές των εκκλησιαζόμενων χριστιανών μαζί με την δική μου και ως αστραπή να εισέρχονται σε μια απέραντη ανοιχτή ουράνια αγκαλιά του Θεού. Μα ήταν τόσο ανοιχτή αυτή η αγκαλιά του Θεού Πατρός, όσο όλοι οι ουρανοί των ουρανών μαζί και πιο πλατειά…και όσο ανήρχοντο κατά εκατομμύρια οι καρδιές των ορθοδόξων χριστιανών τόσο και πιο πολύ πλάταινε και άνοιγε αυτή η άπειρη σε άνοιγμα αγκαλιά του Θεού…και τότε ένοιωσα; βίωσα; κατάλαβα; δεν ξέρω. Ήρθε όμως στη ψυχή μου κάτι, πού είχα ξεχάσει «και τούτο μόνον καταληπτόν η ακαταληψία αυτού…» και δεν χόρταινα να το απολαμβάνω μέχρις ότου συνήλθα στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.

Αλήθεια! Ποιος ήμουν εγώ ο χωριάτης παπάς, πού ο Θεός καταδέχτηκε να μου λύση την απορία της ψυχής μου;

Από τότε φροντίζω, όσο μπορώ, γιατί είμαι αμαρτωλός, να μη βγω άπ’ αυτή την ασύνορη αγκαλιά του Θεού Πατρός και να πεθάνω μέσα σε αυτήν!!!! Ο Θεός ας με συγχώρεση»!!!
 
 

Για το άπειρο και φοβερό μεγαλείο του Θεού ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μας λέγει:

Ο Θεός είναι τέλειος εν τω βλέπειν.
Τέλειος εν τω δύνασθαι.
Τέλειος εν μεγέθει.
Τέλειος εν προγνώσει.
Τέλειος εν αγαθωσύνη.
Τέλειος εν δικαιοσύνη.
Τέλειος εν φιλανθρωπία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ (ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΥΜΝΟΙ ΣΕ ΚΑΡΤΕΣ)


Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός· και μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα· ανάξιος δε πάλιν, όν ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ουν ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθής, και της Βασιλείας έξω κλεισθής· αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός, διά της Θεοτόκου, ελέησον ημάς.




Οτε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις˙ η μεν έχαιρε κενούσα το πολύτιμον, ο δε έσπευσε πωλήσαι τον ατίμητον αύτη τον Δεσπότην επεγίνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο˙ αύτη τον Δεσπότην επεγίνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο˙ αύτη ηλευθερούτο, και ο Ιούδας δούλος εγεγόνει του εχθρού. Δεινόν η ραθυμία! Μεγάλη η μετάνοια, ήν μοι δώρησαι, Σωτήρ, ο παθών υπέρ ημών, και σώσον ημάς


Σήμερον ο Χριστός, παραγίνεται εν τη οικία του φαρισαίου, και γυνή αμαρτωλός προσελθούσα τοις ποσίν εκυλινδούτο, βοώσα˙ ίδε την βεβυθισμένην τη αμαρτία, την απηλπισμένην διά τας πράξεις, την μη βδελυχθείσαν παρά της σης αγαθότητος˙ και δος μοι, Κύριε, την άφεσιν των κακών, και σώσον με.


Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει. Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας. Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ˙ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις˙ ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη. Αμαρτιών μου τα πλήθη, και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.




Συντρέχει λοιπόν, το συνέδριον των ιουδαίων, ίνα τον δημιουργόν, και κτίστην των απάντων, Πιλάτω παραδώσει. Ω των ανόμων, ω των απίστων! ότι τον ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς, εις κτίσιν ευτρεπίζουσι˙ τον ιώμενον τα πάθη προς πάθος ετοιμάζουσι˙ Κύριε μακρόθυμε, μέγα σου το έλεος, δόξα σοι.



Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ. Προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας. Λόγχη εκαντήθη, ο υιός της Παρθένου. Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν.


Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ (Α' ΣΤΑΣΙΣ)


1. Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

2. Η ζωή πώς θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και το Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.

3. Μεγαλύνομέν σε, Ιησού Βασιλεύ, και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου, δι ών έσωσας ημάς εκ της φθοράς.




4. Μέτρα γης ο στήσας, εν σμικρώ κατοικείς, Ιησού παμβασιλεύ, τάφω σήμερον, εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.

5. Ο Δεσπότης πάντων καθοράται νεκρός και εν μνήματι καινώ κατατίθεται, ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.

6. Δακρυρρόους θρήνους επί σε η Αγνή, μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα, ανεβόα˙ Πώς κηδεύσω σε, Υιέ;




7. Προσκυνώ το Πάθος, ανυμνώ την Ταφήν, μεγαλύνω σου το κράτος φιλάνθρωπε, δι’ ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.

8. Οίμοι φως του Κόσμου! Οίμοι φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν, η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς.

9. Ανυμνούμεν Λόγε, σε τον πάντων Θεόν, συν Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι και δοξάζομεν την θείαν σου Ταφήν.


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (Β' ΣΤΑΣΙΣ)


1. Άξιόν εστί, μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην, τον εν τω Σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.

2. Άξιόν εστί, μεγαλύνειν σε τον πάντων Κτίστην˙ τοις σοις γαρ παθήμασιν έχομεν, την απάθειαν ρυσθέντες της φθοράς.

3. Όμμα το γλυκύ και τα χείλη σου πώς μύσω Λόγε; πώς νεκροπρεπώς δε κηδεύσω σε; φρίττων ανεβόα Ιωσήφ.




4. Ήλιος φαιδρός, απαστράπτει μετά νύκτα, Λόγε˙ και συ δ’ αναστάς εξαστράψειας μετά θάνατον φαιδρώς ως εκ παστού.

5. Γη σε πλαστουργέ, υπό κόλπους δεξαμενή τρόμω, συσχεθείσα Σώτερ τινάσσεται, αφυπνώσασα νεκρούς τω τιναγμώ.

6. Μύροις σε, Χριστέ, ο Νικόδημος και ο ευσχήμων, νυν καινοπρεπώς περιστείλαντες, φρίξον, ανεβόων, πάσα γη.



7. Έκλαιε πικρώς, η πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε, ότε εν τάφω εώρακε σε τον άφραστον και άναρχον Θεόν.

8. Ύμνοις σου, Χριστέ, νυν την σταύρωσιν και την ταφήν τε, άπαντες πιστοί εκθειάζομεν, οι θανάτου λυτρωθέντες ση ταφή.


9. Άναρχε Θεέ, συναϊδιε Λόγε και Πνεύμα, σκήπτρα των Ανάκτων κραταίωσον, κατά πολεμίων ως αγαθός.


ΑΙ ΓΕΝΕΙΑ ΑΙ ΠΑΣΑΙ (Γ΄ΣΤΑΣΙΣ)



1. Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.

2. Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω σε κηδεύει.

3. Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.

4. Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.

5. Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.




6. Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

7. Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;

8. Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;

9. Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.

10. Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.



Σε τον αναβαλλόμενον το φως, ώσπερ ιμάτιον, καθελών Ιωσήφ από του ξύλου συν Νικοδήμω, και θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, άταφον, ευσυμπάθητον θρήνον αναλαβών, οδυρόμενος έλεγεν˙ οίμοι, γλυκύτατε Ιησού˙ ον προ μικρού ο ήλιος εν Σταυρώ κρεμάμενον θεασάμενος, ζόφον περιεβάλλετω, και η γη τω φόβω εκυμαίνετω, και διερρήγνυτο ναού το καταπέτασμα˙ αλλ’ ιδού νυν βλέπω σε, δι’ εμέ εκουσίως υπελθόντα θάνατον˙ πώς σε κηδεύσω, Θεέ μου; ή πώς σινδόσιν ειλήσω; ποίαις χερσί δε προσψαύσω, το σον ακήρατον σώμα; ή ποία άσματα μέλψω, τη ση εξόδω, οικτίρμον; Μεγαλύνω τα πάθη σου υμνολογώ και την ταφήν σου, συν τη αναστάσει, κραυγάζων˙ Κύριε, δόξα σοι.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ "ΙΔΟΥ Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ"



Το τροπάριο «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» λέει:

«Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα. Ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθείς, ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς και της βασιλείας έξω κλεισθείς. Αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών, διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς».

Στα νέα ελληνικά, το τροπάριο σε μια πιο ελεύθερη μετάφραση λέει:

«Δείτε, έρχεται ο Γαμπρός (Νυμφίος) καταμεσίς της νύχτας, και καλότυχος ο δούλος, που θα τον βρει ξύπνιο, αλλά ανάξιος εκείνος που θα πιαστεί στον ύπνο. Πρόσεχε λοιπόν, ψυχή μου, μην αφεθείς στον ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο και κλειστείς έξω από τη βασιλεία. Αλλά σύνελθε και φώναξε: Είσαι Άγιος, Άγιος, Άγιος, Θεέ μας, μέσω της Θεοτόκου ελέησέ μας».
 
 

Ποια είναι η σημασία αυτού του τροπαρίου;

Οι στίχοι παραπέμπουν σε δύο παραβολές, δηλαδή ιστορίες με κάποιο νόημα που είπε ο Χριστός. Η πρώτη φράση προέρχεται από την παραβολή των δέκα παρθένων (κατά Ματθαίον, κεφ. 25, στίχοι 1-13). Λέει ότι δέκα κορίτσια είχαν βγει να προϋπαντήσουν το γαμπρό σε κάποιο γάμο. Όμως εκείνος άργησε και αποκοιμήθηκαν. Και καταμεσίς της νύχτας ακούστηκε φωνή: «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται!». Οι κοπέλες ξύπνησαν, αλλά «οι λαμπάδες τους» έσβηναν. Οι πέντε απ’ αυτές (οι «φρόνιμες» = συνετές) είχαν μαζί τους λάδι και ανανέωσαν τη φλόγα, αλλά οι άλλες πέντε (οι «μωρές» = επιπόλαιες) δεν είχαν. Έτσι, μέχρι να βρουν να αγοράσουν, ο Γαμπρός μπήκε στο σπίτι του γάμου, έκλεισε η πόρτα και έμειναν απ’ έξω.

Όπως φαίνεται στα λόγια του Χριστού, ο γαμπρός της ιστορίας συμβολίζει το Χριστό, που όλοι περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία Του, αλλά αυτή καθυστερεί. Θα έρθει ξαφνικά («μέσα στη νύχτα») και τότε κάποιοι θα είναι έτοιμοι να εμφανιστούν μπροστά Του, γιατί θα είναι καλοί άνθρωποι, ενώ κάποιοι άλλοι θα είναι ανέτοιμοι (επειδή φέρθηκαν ανόητα και δε φρόντισαν να καθαρίσουν την καρδιά τους) και θα μείνουν έξω από «το γάμο», δηλαδή τη βασιλεία του Θεού (τον παράδεισο).

Η δεύτερη παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 12, στίχοι 36-46) μιλάει για κάποιους δούλους, που περιμένουν τον κύριό τους να επιστρέψει από γάμο. Καλότυχος, λέει ο Ιησούς, εκείνος ο δούλος, που ο κύριος θα τον βρει σε επιφυλακή να τον περιμένει, ενώ αλίμονο σ’ εκείνον που θα σκεφτεί «αργεί ο κύριος» και θ’ αρχίσει να μεθοκοπάει, να δέρνει και να καταπιέζει τους άλλους δούλους. Και αυτή η παραβολή δηλώνει ότι ο Χριστός θα επιστρέψει «ως κλέπτης εν νυκτί», σε στιγμή που κανείς δε θα Τον περιμένει.

Εννοείται ότι η στιγμή, για την οποία ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος, είναι η στιγμή του θανάτου μας, που πιθανότατα θα προηγηθεί της Δ. Παρουσίας και είναι ουσιαστικά η στιγμή της κρίσης μας μπροστά στο Θεό. Ας είμαστε έτοιμοι, έχοντας καθαρίσει την καρδιά μας από τα ελαττώματα που μας εμποδίζουν να αγαπήσουμε το Θεό και τον πλησίον μας.

Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα του τροπαρίου. Ο ποιητής καλεί την ίδια την ψυχή του να μετανοήσει και να αφεθεί στα χέρια του Θεού, ζητώντας τη βοήθειά Του μέσω της Θεοτόκου, των αγίων και των φωτεινών αγγέλων (η τελευταία φράση λέγεται με όλες αυτές τις παραλλαγές). Το τριπλό «Άγιος, Άγιος, Άγιος» είναι από τον ύμνο των αγγέλων (των Σεραφείμ) που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας (Ησαΐας, κεφ. 6) και υποδηλώνει την Αγία Τριάδα.
 
  
 

Το τροπάριο «Τον νυμφώνα Σου βλέπω…»

Το δεύτερο τροπάριο λέει: «Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ. Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα, και σώσον με».

Σε νέα ελληνικά:

«Σωτήρα μου, βλέπω στολισμένο το σπίτι του γάμου, αλλά δεν έχω κατάλληλα ρούχα για να μπω μέσα. Κάνε λαμπερή τη στολή της ψυχής μου, Εσύ που δίνεις το φως, και σώσε με».

Οι στίχοι είναι εμπνευσμένοι από μια άλλη παραβολή του Χριστού, στο κατά Ματθαίον, κεφ. 22, στίχοι 1-14: ένας βασιλιάς παντρεύει το γιο του, αλλά οι καλεσμένοι «αγρόν ηγόρασαν» (η φράση είναι από το Λουκ. 14, 18, όπου υπάρχει η ίδια παραβολή ή μια παρόμοια – εκεί κάποιος λέει: «αγόρασα ένα αγρό (χωράφι) και πρέπει να πάω να τον δω, γι’ αυτό δε μπορώ να έρθω») και δεν πήγαν. Τότε εκείνος έστειλε και κάλεσαν όλους τους φτωχούς και περιθωριακούς, που ήρθαν αντί για τους επίσημους. Είδε όμως κάποιον με ρούχα ακατάλληλα για γάμο και έβαλε να τον πετάξουν έξω, και μάλιστα «στο σκοτάδι»!…

Εννοείται ότι, αφού οι τελικοί καλεσμένοι ήταν φτωχοί, ο Ιησούς δεν εννοούσε ότι ο άνθρωπος διώχτηκε επειδή είχε «κακά ρούχα». Το νόημα είναι ότι είχε κακή ψυχή.

Εδώ λοιπόν ο ποιητής του τροπαρίου παρακαλεί το Χριστό να τον βοηθήσει να γίνει λαμπερή η ψυχή του, να τη «φορέσει» (ως το καταλληλότερο ένδυμα) και να μπορέσει να μπει στο γλέντι του γάμου, δηλ. στον παράδεισο.
 
 
 

Ο Ιησούς ως Νυμφίος

Ο ίδιος ο Χριστός συχνά παρομοίασε τον ερχομό Του με γάμο και τον εαυτό Του με Νυμφίο (γαμπρό). Και στο τέλος της Αποκάλυψης ο παράδεισος συμβολίζεται με μια «πόλη στολισμένη σα νύφη», μέσα στην οποία δεν μπαίνει τίποτε κακό.

Η σημασία αυτής της παρομοίωσης είναι ότι στο πρόσωπο του Χριστού συντελείται ένας «ιερός γάμος» Θεού και ανθρωπότητας: στο γάμο οι δύο σύζυγοι ενώνονται, ενώ στο Χριστό ενώθηκαν Θεός και άνθρωπος, γι’ αυτό ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Γι’ αυτό ο Χριστός ονομάζεται «Νυμφίος της Εκκλησίας», η σχέση του αντρόγυνου παρομοιάζεται από τον απόστολο Παύλο με τη σχέση Χριστού και Εκκλησίας (στην επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. 5, που διαβάζεται κατά την τελετή του γάμου), ενώ το «Άσμα Ασμάτων» (το ερωτικό τραγούδι του βασιλιά Σολομώντα που βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη) ερμηνεύτηκε από τους χριστιανούς αγίους ως αλληγορία του έρωτα του Θεού και του ανθρώπου.

Ο Θεός, κατά τους αγίους μας, είναι «ερωτευμένος με τον άνθρωπο», γιατί μόνο ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να κάνει τέτοια θυσία: να γίνει ταπεινός άνθρωπος (ενώ είναι ο παντοδύναμος Θεός) και ν’ αφήσει να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου για να σώσει το δημιούργημά Του. Επίσης, η αγάπη του Θεού είναι «έρως», γιατί Τον κινεί σε ένωση με τον άνθρωπο, όπως οι δύο ερωτευμένοι ενώνονται «οι δύο εις σάρκα μίαν».

Όλα αυτά δεν σκανδαλίζουν τους χριστιανούς, γιατί δεν περιέχουν τίποτε κακό: μιλάνε για την αγάπη του Θεού και για την ένωσή Του με τους ανθρώπους (την αγιότητα). Αυτή την ένωση καλείται να έχει ως σκοπό της ζωής του κάθε χριστιανός. Έτσι, αξιολογεί κάθε πράξη του, στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική κ.τ.λ. ζωή του, με γνώμονα αν συμβάλλει σ’ αυτή την ένωση ή την εμποδίζει: στην ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού.

Γι’ αυτό ο Χριστός δεν θα μπορούσε να έχει παντρευτεί ή ερωτευτεί μια γυναίκα: όχι γιατί «ήταν ανέραστος» (δεν ήταν, όπως μόλις είπαμε), αλλά γιατί είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, ερωτευμένος και ενωμένος με τη Νύμφη Του, την ανθρωπότητα. Μόνο αν δεν ήταν Θεός, αλλά ένας κοινός άνθρωπος, τότε δεν είναι αληθινός αυτός ο ιερός γάμος, άρα ούτε η ανάσταση και φυσικά δεν υπάρχει και σωτηρία από το θάνατο. Γι’ αυτό και οι (λανθασμένες) ιδέες ότι δήθεν ήταν παντρεμένος με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, είναι αντίθετες με τη διδασκαλία και την εμπειρία των αγίων όλων των εποχών για τη Θεότητα του Θεανθρώπου Νυμφίου Ιησού.

Θ. Ι. Ρηγινιώτης 

 
 

ΜΗ ΜΕΙΝΩΜΕΝ ΕΞΩ ΤΟΥ ΝΥΜΦΩΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

 
 
«Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής, της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα». Αυτό είναι το συναξάρι της δεύτερης ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Νυμφίος της Εκκλησίας και της ψυχής μας, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς», οδεύει προς το εκούσιο Πάθος Του, καλώντας κοντά Του όλους εμάς τους πιστούς Του, για να μας κάνει κοινωνούς των σωτηριωδών παθημάτων Του και του θριάμβου της Αναστάσεώς Του.

Οι θείοι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας: την παραβολή των Δέκα Παρθένων. Κι' είχαν το σκοπό τους. Η συνοδοιπορία με το Χριστό μας προς το Θείο Πάθος δεν θα πρέπει να είναι τυπική και απλά συναισθηματική, αλλά να είναι ολοκληρωτική συμμετοχή στην εν Χριστώ πορεία και να συνοδεύεται από οντολογική αλλαγή του είναι μας. Η ενθύμηση της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια άριστη πνευματική άσκηση για να μην διαφεύγει από τη σκέψη μας η επερχόμενη μεγάλη, επιφανής και συνάμα φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας.

Την παραβολή των δέκα Παρθένων διασώζει ο ευαγγελιστής Ματθαίος στο 25ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Με την ευκαιρία μιας καταπληκτικής εσχατολογικής ομιλίας Του ο Κύριος είπε και την εξής παραβολή: Η Βασιλεία των ουρανών μοιάζει με δέκα παρθένες οι οποίες αφού πήραν μαζί τους τα λυχνάρια τους πήγαν να υποδεχθούν τον νυμφίο. Πέντε από αυτές ήταν σώφρονες και φρόντισαν να έχουν μαζί τους απόθεμα λαδιού για τα λυχνάρια τους, ενώ οι άλλες πέντε ήταν ανόητες και δεν φρόντισαν να έχουν μαζί τους το αναγκαίο απόθεμα λαδιού. Επειδή δε αργούσε ο νυμφίος και η νύχτα προχωρούσε έπεσαν να κοιμηθούν. Τα μεσάνυχτα ακούστηκε μια γοερή κραυγή η οποία ανήγγειλε τον ερχομό του νυμφίου. Οι παρθένες σηκώθηκαν για να προαπαντήσουν τον νυμφίο. Οι μεν σώφρονες παρθένες που είχαν απόθεμα λαδιού άναψαν τα λυχνάρια τους, οι δε μωρές ζητούσαν απεγνωσμένα από τις σώφρονες να τους δώσουν λίγο λάδι. Εκείνες τους απάντησαν πως μόλις αρκεί για τα δικά τους τα λυχνάρια και καλά θα κάνουν να πάνε να αγοράσουν. Οι ανόητες παρθένες έτρεξαν να αγοράσουν λάδι, αλλά εν τω μεταξύ ο νυμφίος έφθασε και μπήκε στο χώρο του γάμου με τις πέντε φρόνιμες και έκλεισε την πόρτα. Οι ανόητες παρθένες έφθασαν μετά και άρχισαν να φωνάζουν Κύριε, Κύριε άνοιξέ μας. Αυτός τους απάντησε αλήθεια σας λέγω πως δεν σας γνωρίζω και έμειναν τελικά έξω του νυμφώνος. Κλείνει την παραστατική αυτή παραβολή του ο Κύριος με την εξής σωτήρια προτροπή: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδε την ώραν εν η ο Υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ.κε΄13 ) και «γρηγορείτε ουν΄ ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται, οψέ ή μεσονυκτίου ή αλεκτροφωνίας ή πρωί΄ μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καδεύδοντας»(Μάρκ.13:35).
 
 
  
 

Η παραβολή αυτή έχει ως σκοπό να θυμίσει στους πιστούς πως η Δευτέρα και ένδοξη Παρουσία του Κυρίου θα γίνει ξαφνικά, θα έρθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ.5:2). Γι' αυτό θα πρέπει οι πιστοί να είναι πάντοτε, ανά πάσα στιγμή έτοιμοι, για την υποδοχή Του, διαφορετικά θα μείνουν έξω από τη βασιλεία του Θεού και θα χαθούν. Έτσι οι θείοι Πατέρες έκριναν σκόπιμο να αφιερώσουν μια ημέρα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος στην ανάμνηση της εσχατολογικής αυτής παραβολής των δέκα παρθένων. Το κατανυκτικό κλίμα αυτών των αγίων ημερών είναι η καλλίτερη στιγμή για να υπενθυμίσει η αγία μας Εκκλησία στους πιστούς το φοβερό και απρόοπτο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Επίσης η εγρήγορση είναι συνυφασμένη με το Πάθος του Θεανθρώπου. Ο Ίδιος ο Κύριος κατά τη δραματική νύκτα της συλλήψεως Του στον κήπο της Γεθσημανή τόνιζε στους μαθητές του «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Μάρκ.14:38)!

Μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδος η μνεία της Δευτέρας Παρουσίας και η ανάγκη της συνεχούς ετοιμασίας για την τρομερή εκείνη ημέρα, είναι επιτακτική. Ο επίγειος βίος μας είναι καθοριστικός για τον επέκεινα της ζωής αυτής προορισμού μας. Οι φρόνιμες παρθένες φρόντισαν να είναι έτοιμες για την υποδοχή του Νυμφίου, σε αντίθεση με τις μωρές και νωθρές παρθένες, οι οποίες είχαν διασπάσει την προσοχή τους σε άλλες δευτερευούσης σημασίας έννοιες και δεν φρόντισαν να έχουν τα απαραίτητα εφόδια για την υποδοχή του Νυμφίου και να εξασφαλίσουν την είσοδό τους στη λαμπρή γαμήλια ευφροσύνη.

Οι παρθένες είναι οι ψυχές μας και η προμήθεια λαδιού για το λυχνάρι είναι ο επίγειος συνεχής αγώνας για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, να κάνουμε έργα ευποιίας, να παραμερίζουμε από την ύπαρξή μας συνεχώς όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι παρείσακτα στη φύση μας και αντιστρατεύονται την πνευματική μας πρόοδο και τελείωση. Το λυχνάρι είναι η παρρησία μας μπροστά στο Θεό. Οι φρόνιμες παρθένες συμβολίζουν τις αγαθής προαίρεσης ψυχές, οι οποίες ζουν αδιάκοπα την λαχτάρα της ένωσής τους με το Νυμφίο της Εκκλησίας, τον σωτήρα Χριστό. Γι' αυτό αγωνίζονται αέναα να αποκτούν αρετές και πνευματική προκοπή και να περιθωριοποιούν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία αντιστρατεύονται την ένωσή τους με το Θεό. Οι μωρές παρθένες συμβολίζουν τις ράθυμες, αδιάφορες και εν πολλοίς εχθρικά προς το Χριστό διατελούσες ψυχές. Είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες απορροφημένες από την υλιστική ευδαιμονία, αδιαφορούν για την πνευματική πρόοδο και την εν Χριστώ σωτηρία.
 
 

Το φοβερό γεγονός της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου θα γίνει, όπως αναφέραμε ξαφνικά και σε χρόνο ανύποπτο και θα πληρώσει με χαρά ανείπωτη τις φρόνιμες και αγαθές ψυχές και θα φέρει φόβο και αγωνία τις μωρές ψυχές. Οι μεν πρώτες θα επιβραβευτούν για την σώφρονα στάση τους και θα εισέλθουν στην ατέρμονη βασιλεία του Θεού, ενώ οι δεύτερες εξ' αιτίας της αμέλειά τους θα αποκλειστούν από τη βασιλεία του Θεού και θα βυθισθούν στην κατάσταση της παντοτινής λύπης και της τιμωρίας, «εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού»(Ματθ.25:41)

Ως συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους θα πρέπει να έχουμε συνεχώς στραμμένη τη σκέψη μας πως θα ενώσουμε την ψυχή μας με το Νυμφίο Χριστό. Τα φτηνά και εφήμερα πράγματα πρέπει να τα θέτουμε σε δεύτερη μοίρα, αν θέλουμε κι' εμείς να βρεθούμε στην ομάδα των φρονίμων παρθένων κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Ο δρόμος του Θείου Πάθους δείχνει και σε μας το δικό μας δρόμο, ο οποίος είναι ατραπός μαρτυρίου, ο οποίος όμως οδηγεί στη εν Χριστώ λύτρωση και στην αιώνια ζωή


Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΡΥΘΡΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ



Σήμερα, Κυριακή 25η Μαρτίου 2018, που η Εκκλησία μας εορτάζει τον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο Σεβωσμιώτατος Πατέρας μας, Μητροπολίτης Μεγάρων και Σαλαμίνος κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, μετέβη στον Ενοριακό Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ερυθρών, για να χοροστατήση στην Ακολουθία του Όρθρου και να τελέση την Θεία Λειτουργία καθώς και την Δοξολογία για την Εθνική Επέτειο στον κατάμεστο από ευσεβείς χριστιανούς Ιερό Ναό.