Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Πώς γιορτάζεται η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως;

 
 


Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται «Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως ». Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς. Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μέχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.

Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία – περιορισμένη βέβαια – που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: «όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί» (Μαρκ.8,34).

Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:

Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι’ αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας.

Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύτηκε στον Παράδεισο, γι’ αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε.


πηγή: Ι.Μ. Πετράκη

φωτογραφία: Χρήστος Μπόνης

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

-ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

"Χαῖρε Μαρία Κυρία πάντων ἡμῶν".





Ὅ,τι πολυτιμότερο εἶχε νά ἐπιδείξει ἡ ἀνθρωπότητα τόσους αἰῶνες ἐντοπίζεται ἀναμφισβήτητα στό πρόσωπο τῆς πανάμωμης Μητέρας τοῦ Χριστοῦ. Γι'αὐτό καί ἡ πατερική διδασκαλία ἀφιέρωσε μέ περισσή εὐλάβεια μεγάλο μέρος τῆς πνευματοκίνητης συγγραφικῆς προσφορᾶς της σέ μιά θεόπνευστη προσέγγιση τῶν μεγαλείων τῆς Παναγίας καί ἰδιαίτερα στή συμβολή της στό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Μόνο πού καί ἡ Ἁγία Γραφή διεκδικεῖ τό μερίδιό της σ' αὐτή τήν προσφορά, μέ τό θεόκλητο ὄνομα τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, πού συντίθεται ἀπό τά ἀρχικά τῶν ὀνομάτων πέντε γυναικῶν τῆς Π. Διαθήκης· τά χαρίσματά τους στόν ὕψιστο βαθμό συγκέντρωνε ἡ Παναγία τῶν Χαρίτων ὁ στέφανος, κατά τόν ἅγ. Ἀνδρέα Κρήτης.Ἡ Παρθένος καί προφήτιδα Μαριάμ, ἀδελφή τοῦ Μωϋσῆ προεικονίζει τήν ἀειπάρθενο Κόρη, πού προφήτευσε τήν μελλοντική της δόξα στήν Ἐλισάβετ.Ἡ ὡραία Ἀσυνέθ, γυναίκα τοῦ παγκάλου Ἰωσήφ, προτυπώνει τήν Κεχαριτωμένη νύμφη τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τή Μητέρα τήν Ἀνύμφευτη τοῦ ὡραίου κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων.



Ἡ σεμνότητα καί ἡ ταπείνωση τῆς Ρεβέκκας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰακώβ, ἀπηχεῖ στά βάθη τῶν αἰώνων τήν ταπείνωση τῆς Παναγίας, πού σ' αὐτήν ἐπέβλεψε ὁ Θεός καί τήν ἐξέλεξε ὡς εὐλογημένην ἐν γυναιξί γιά νά γίνη στήν ἄσπορη γαστέρα της ἄνθρωπος.Ἔτσι σάν ἄλλη Ἰουδίθ ἡ Παναγία συνέτριψε τήν κεφαλή τοῦ νοητοῦ Ὁλοφέρνη τοῦ ἀρχέκακου Διαβόλου, καί ἀναδείχθηκε προστασία φοβερά καί ἀκαταίσχυτος τῶν ἀνθρώπων.



Τέλος, ἀντί τῆς Ἄννας πού γέννησε τόν Προφήτη Σαμουήλ, τό στήριγμα τοῦ Ἰσραηλητικοῦ λαοῦ, ἡ Πανάχραντη Θεοτόκος γέννησε τόν Σωτήρα τοῦ νέου Ἰσραήλ τῆς χάριτος.



Ἄννα ἐξ ἄλλου σημαίνειΧάρη. Ἡ στείρωση τῆς προφήτιδος Ἄννας δηλωνειτήν στειρότητα τῶν ἀνθρώπινων



καρδιῶν, πρίν φανερωθεῖ ὁ Θεάνθρωπος. Αὐτή ἡ στειρότητα καταλύθηκε στό πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας πού καλλιέργησε σέ ἄφθαστο βαθμό τό θεοπόθητο ἦθος τῶν ἀρετῶν καί σάν Κεχαριτωμένη γέννησε τόν Χριστό, πού ἔλυσε τά δεσμά αὐτῆς τῆς στειρότητος.



Ἔτσι ἔγινε συναίτιος τῆς παγκόσμιας ἀπολύτρωσης καί τοῦ ἁγιασμοῦ, ἔμψυχος παράδεισος, πού γέννησε τόν Χριστό καί τροφοδοτεῖ μέ τή χάρη της ὅλη τήν Ἐκκλησία.



Τροφοδοτεῖ μέ τή Χάρη τήν ὁποία βρῆκε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως τῆς φανέρωσε ὁ Εὐαγγελιστής Ἀρχάγγελος καί ὅπως ἐκστατικά τό ἐξυμνεῖ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἰεροσολύμων: "Μή φοβᾶσαι Μαριάμ, γιατί βρῆκες ἀπό τόν Θεό τήν ἀθάνατη Χάρη (τήν ὑπέρλαμπρη, τήν περιλάλητη, τήν ὑπέρφωτη, τήν ἀξόδευτη, τήν σωτήρια, τήν αἰώνια). Αὐτήν πού κανείς δέν τήν εἶδε... κανείς δέν μπόρεσε νά τή δεχθῆ.



Βέβαια πρίν ἀπό σένα, ὑπῆρξαν ἄλλοι πολλοί ἅγιοι, ἀλλά κανένας τους ὡσάν ἐσένα, δέν χαριτώθηκε (δέν μακαρίσθηκε, δέν καθαγιάσθηκε, οὔτε δοξάσθηκε, οὔτε ὑπερυψώθηκε, ὅπως ἐσύ)... κανένας δέν πλησίασε τό Θεό οὔτε δέχθηκε τοῦ Θεοῦ τή χάρη σάν ἐσένα. Ξεπερνᾶς ὅλα ὅσα θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι εἶσαι ἀνώτερη ἀπό ὅλα μαζί τά δῶρα πού ἔδωσε ὁ Θεός σέ ὅλους".



Ἡ Παναγία φωταγωγεῖ τά ἀγγελικά τάγματα, νυμφαγωγεῖ τίς ψυχές τῶν ἁγίων, χαριτώνει τά πνεύματα τῶν δικαίων, ἁγιάζει τούς εὐσεβεῖς χριστιανούς, ἐποπτεύει καί προνοεῖ καί προσεύχεται γά τήν ποίμνη τοῦ Υἱοῦ της μέ μητρική παρρησία. Οἱ Χάριτες, οἱ μεσιτεῖες, τά θαύματα, ἡ ἀκαταμάχητη κηδεμονία της ἐκπηγάζοντας ἀπό τήν ἀστείρευτη πηγή τῆς μητρικῆς συμπάθειας διοχετεύουν στό ἄνθρώπινο γένος, πού λιμοκτονεῖ πνευματικά χωρίς τό ἔλεός της, τούς οἰκτιρμούς τῆς θείας εὐσπλαγχνίας.



Καί ἐμεῖς ἐναποθέτοντας τήν ἐλπίδα μας στόν ποταμό τόν γλυκερό τοῦ ἐλέους τῆς Ὑπεραγίας Θεομήτορος, ἄς ἀγωνισθοῦμε νά καρποφορήσουμε καρπούς ἄξιους τῆς σωτηρίας, κάτω ἀπό τή δική της χαριτόβρυτη προστασία.



Εἶναι αὐτό πού κάθε ἀπόβραδο ἐκμυστηρευόμαστε μπροστά στήν εἰκόνα της: "Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σέ ἀνατίθημι, μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου".


Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

  
Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Λόγος εις την Α' Κυριακή των Νηστειών 



Την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Αγία μας Εκκλησία πανηγυρίζει το θρίαμβο της Ορθοδοξίας, της ορθής πίστεως, η οποία καταπάτησε όλες της αιρέσεις και στερεώθηκε για πάντα. Γι' αυτό η Κυριακή αυτή καλείται Κυριακή της Ορθοδοξίας. Οι αιρέσεις φάνηκαν ήδη απαρχής του χριστιανισμού. Οι ίδιοι οι Απόστολοι του Χριστού προειδοποιούσαν τους συγχρόνους τους, και μαζί τους και εμάς, για τον κίνδυνο από τους ψευδοδιδασκάλους.

Ο Άγιος Απόστολος Πέτρος στη Β' Καθολική επιστολή γράφει το εξής: «Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι, επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν, και πολλοί εξακολουθήσουσιν αυτών ταις ασελγείαις, δι' ους η οδός της αληθείας βλασφημηθήσεται» (Β' Πετ. 2, 1-2).

Ο Άγιος Παύλος, επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη από την Ελλάδα, έκανε στάση στην Έφεσο. Εκεί στους χριστιανούς κατοίκους της πόλεως έλεγε: «Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαροίς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου, και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πραξ. 20, 29-30).

Πολλοί τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι και σχισματικοί υπήρχαν στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού. Μερικές αιρέσεις τάραζαν την Εκκλησία ολόκληρους αιώνες, όπως για παράδειγμα οι αιρέσεις του Αρείου, του Μακεδονίου, του Ευτηχούς, του Διοσκόρου, του Νεστορίου και επίσης η αίρεση της εικονομαχίας. Οι αιρέσεις αυτές προκάλεσαν πολλές διαταραχές στην Εκκλησία και την βασάνισαν πολύ. Υπήρχαν πολλοί ομολογητές και μάρτυρες που έχυσαν το αίμα τους υπερασπιζόμενοι την αληθινή πίστη στον αγώνα κατά των ψευδοδιδασκάλων και των αιρετικών.

Υπήρχαν επίσης και πολλοί και μεγάλοι ιεράρχες οι οποίοι και αυτοί υπέφεραν πολλούς διωγμούς και πολλές φορές εξορίστηκαν. Ο Άγιος Φλαβιανός, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, σε μία σύνοδο υπό την προεδρία του Διοσκόρου, η οποία καλείται «λειστρική», χτυπήθηκε τόσο άγρια που μετά από τρεις ημέρες πέθανε.

Η τελευταία στη σειρά των αιρέσεων, η αίρεση της εικονομαχίας, ήταν αυτή που επέφερε τα περισσότερα βάσανα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η αίρεση αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντος του Ισαύρου, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο το 717. Ανέβηκε στο θρόνο με τη βοήθεια του στρατού όπου υπήρχαν πολλοί αντίπαλοι της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων. Επειδή ήθελε να ευαρεστήσει το στρατό άρχισε σκληρό διωγμό κατά των εικονοφίλων.

Ο διωγμός αυτός συνεχίστηκε και στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, ο οποίος διαδέχτηκε στο θρόνο τον Λέοντα. Η κόπρος σημαίνει τα κόπρανα. Ονομάστηκε Κοπρώνυμος διότι κατά την βάπτισή του μόλυνε την κολυμβήθρα. Οι δύο αυτοί αυτοκράτορες για πολλά χρόνια είχαν την εξουσία στα χέρια τους και προκάλεσαν πολλά δεινά στην Εκκλησία. Μετά από αυτούς υπήρχαν και άλλοι αυτοκράτορες εικονομάχοι, οι οποίοι συνέχισαν το έργο των προκατόχων τους και βασάνισαν την Εκκλησία επί ολόκληρα χρόνια.

Δεν μπορούμε να περιγράψουμε τα βάσανα που υπέφερε η Εκκλησία στα χρόνια της εικονομαχίας και ιδιαίτερα οι μοναχοί οι οποίοι βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα των ιερών εικόνων. Οι αυτοκράτορες εικονομάχοι έκλεισαν πολλά μοναστήρια, πολλές εκκλησίες όπου υπήρχαν εικόνες τις έκαναν αποθήκες. Τους μοναχούς τους βασάνιζαν άγρια: τους έβγαζαν μάτια, τους έκοβαν μύτες, έσπαζαν εικόνες πάνω στο κεφάλι τους. Τους αγιογράφους με τα πυρακτωμένα σίδερα τους έκαιγαν τα δάκτυλα.

Μόνο, τότε, όταν στο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε η αυτοκράτειρα Ειρήνη, σταμάτησε ο διωγμός αλλά όχι οριστικά. Το 787 η Ειρήνη συγκάλεσε την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία διατύπωσε την ορθόδοξη διδασκαλία περί της τιμητικής προσκύνησης των ιερών εικόνων. Αλλά και μετά τη σύνοδο υπήρχαν αυτοκράτορες εικονομάχοι, όπως, για παράδειγμα, ο Μιχαήλ και άλλοι. Η αίρεση αυτή συντρίφτηκε οριστικά μόνο επί της θεοσεβέστατης Αυγούστας Θεοδώρας, όταν το 842 συγκλήθηκε η τοπική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη η οποία επικύρωσε την ορθόδοξη διδασκαλία. Η σύνοδος αυτή αναθεμάτισε όλους αυτούς που τολμούν να λένε ότι η προσκύνηση των ιερών εικόνων είναι ειδωλολατρία και οι ορθόδοξοι χριστιανοί είναι ειδωλολάτρες.

Και εδώ οι αιρετικοί μας λένε ακριβώς αυτό το πράγμα. Τολμούν να αποκαλούν τις εικόνες μας είδωλα και εμάς ειδωλολάτρες. Και μέχρι που φτάνει το θράσος τους; Θα σας πω ένα περιστατικό που έγινε πρόσφατα σε μία πόλη της Σιβηρίας. Την ώρα της λειτουργίας δύο βαπτιστές μπήκαν μέσα στην εκκλησία και άρχισαν εκεί να φωνάζουν ότι οι ορθόδοξοι είναι ειδωλολάτρες και οι εικόνες τους είδωλα. Τι ανοησία!

Πως τολμούν αυτοί να ανοίγουν το ακάθαρτο στόμα τους και να λένε αυτά τα λόγια που στάζουν δηλητήριο, αποκαλώντας μας ειδωλολάτρες και τις εικόνες μας είδωλα; Αυτό δείχνει πως δεν έχουν κατανοήσει σωστά την δεύτερη εντολή του Μωσαϊκού νόμου: «ου ποιήσεις σ' εαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γή κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γής. Ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς» (Εξ. 20,4).

Τι σημαίνει αυτή η εντολή; Νομίζω ότι το νόημά της είναι ξεκάθαρο. Η εντολή αυτή απαγορεύει αντί να προσκυνάμε τον Ένα, Μοναδικό και Αληθινό Θεό να κατασκευάζουμε είδωλα και να τα προσκυνάμε. Όπως το έκαναν οι αρχαίοι λαοί: οι Ασσύριοι, οι Βαβυλώνιοι, οι Αιγύπτιοι, οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι και άλλοι...

Αυτή είναι η ειδωλολατρία. Η δική μας όμως η προσκύνηση των ιερών εικόνων μοιάζει σε τίποτα με την ειδωλολατρία; Ασφαλώς όχι. Τα είδωλα απεικόνιζαν κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, που είναι καρπός φαντασίας. Οι δικές μας εικόνες εικονίζουν την πραγματικότητα. Πραγματικά, δεν ζούσε μεταξύ μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον Οποίον δοξάζουμε και τις εικόνες του Οποίου προσκυνάμε; Δεν ζούσε μεταξύ μας η Παναγία, την οποία ζωγράφισε ο Άγιος απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς; Την εικόνα του αυτή την ευλόγισε η ίδια η Θεοτόκος, λέγοντας ότι η χάρη της θα είναι πάντα μ' αυτή την εικόνα. Ξέρετε πόσα θαύματα γίνονται από τις εικόνες της Παναγίας.

Και οι άλλες εικόνες, δεν εικονίζονται σ' αυτές πραγματικά πρόσωπα των αγίων του Θεού που ζούσαν εδώ πάνω στη γή; Οι εικόνες τους αυτές είναι τα πορτραίτα τους και με κανένα τρόπο δεν είναι είδωλα. Μόνο ασεβές και ακάθαρτο στόμα τολμά να λέει ότι οι εικόνες μας είναι είδωλα και εμείς είμαστε ειδωλολάτρες. Να σιωπήσουν οι ασεβείς διότι η Οικουμενική Σύνοδος απήγγειλε το ανάθεμα εναντίον τους.

Να το ξέρετε, να το θυμάστε και να μην συναναστρέφεστε με τους αιρετικούς. Να μην απομακρύνεστε από την Εκκλησία, μη σχίζετε το χιτώνα του Χριστού. Να θυμάστε ότι ο Χριστός στην αρχιερατική του προσευχή παρακαλούσε τον Πατέρα Του, λέγοντας: «ίνα πάντες έν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύσει ότι συ με απέστειλας» (Ιω. 17, 21). Ο Κύριος θέλει ενότητα της Εκκλησίας. Οι σχισματικοί, οι οποίοι βρίσκουν σφάλματα στη διδασκαλία της Εκκλησίας, απομακρύνονται απ' αυτήν και πιστεύουν ότι θα βρούν τη σωτηρία στις αιρετικές τους οργανώσεις.

Ξέρετε όμως τι έλεγαν οι μεγάλοι άγιοι για τους ανθρώπους που σχίζουν το χίτώνα του Χριστού; Ο Άγιος Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης, είπε ότι οι άνθρωποι οι οποίοι απομακρύνονται από την Εκκλησία και δεν έχουν κοινωνία μαζί της και μάρτυρες να είναι, ακόμα και με το αίμα τους, δεν καθαρίζουν την αμαρτία τους διότι η βαριά αυτή αμαρτία της διαίρεσης της Εκκλησίας δεν καθαρίζεται ούτε με το αίμα. Και ο άγιος ιερομάρτυρας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος είπε ότι αυτός που προκαλεί σχίσμα στην Εκκλησία δε θα κληρονομήσει την βασιλεία του Θεού.

Όλοι οι αιρετικοί, όμως, είναι κήρυκες του σχίσματος. Ενώ ο απόστολος λέει: «Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, σκοπείν τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ήν υμείς εμάθετε ποιούντας, και εκκλίνατε απ' αυτών» (Ρωμ. 16, 17). Και στην άλλη επιστολή του λέει το εξής: «εί τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ό παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1, 9). Και όλοι οι αιρετικοί ευαγγελίζουν όχι αυτό που ευαγγελίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία μας γέννησε πνευματικά.

Θυμηθείτε και τον λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο Οποίος είπε στους αποστόλους και μέσω αυτών σε μας τους διαδόχους τους: «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί· ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λκ. 10, 16).Τρομερά είναι αυτά τα λόγια του Κυρίου. Να τα θυμάστε πάντοτε. Να μην ξεχνάτε και αυτήν την ημέρα, την ημέρα του θριάμβου της ορθοδόξου πίστεως. Η πίστη αυτή διατυπώθηκε οριστικά στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο η οποία στερέωσε την Ορθοδοξία και καταπάτησε όλες τις αιρέσεις και τα σχίσματα.

Πάνω από χίλια χρόνια πέρασαν από τότε που έγινε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος και δεν έχουν ξαναγίνει Οικουμενικές Σύνοδοι.* Γιατί; Οι λόγοι είναι πολιτικοί. Δεν υπήρχε δυνατότητα να συγκληθούν. Αλλά να μην λυπόμαστε που δεν έγιναν άλλες και δεν γίνονται σήμερα οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Αυτές οι επτά που έχουμε, τακτοποίησαν όλα τα ζητήματα και έλυσαν όλα τα προβλήματα που είχε η Εκκλησία με τις αιρέσεις και στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη.

Θα πείτε πως σήμερα έχουμε πολλές καινούριες αιρέσεις και σχίσματα. Ναι, έχετε δίκαιο. Αλλά πρέπει να ξέρουμε πως οι καινούριες αυτές αιρέσεις δεν λένε τίποτε καινούριο αλλά επαναλαμβάνουν αυτά που ήδη έχουν πει οι παλαιοί αιρετικοί. Και όλες αυτές οι αιρέσεις αναθεματίστηκαν από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο. Γι' αυτό μας αρκούν οι αποφάσεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων και ιδιαίτερα της Εβδόμης. Γι' αυτό και χαιρόμαστε και πανηγυρίζουμε σήμερα το θρίαμβο της Ορθοδοξίας τη οποία εξέφρασε και στερέωσε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος.

Ακριβώς γι' αυτό το λόγο ορίστηκε αυτή την ημέρα να ψάλλεται δοξολογία ως ευχαριστία στο Θεό για την στερέωση της Ορθοδοξίας. Και αυτή την δοξολογία θα ψάλλουμε τώρα.

* Έχει επικρατήσει- ίσως και μέσω προπαγάνδας- στην Ορθοδοξία να ομιλούμε γιά 7 Οικουμενικές Συνόδους. Ασφαλώς ο Άγιος δεν αγνοεί ή μειώνει τις άλλες δύο Οικουμενικές Συνόδους απλώς ακολουθεί το συνήθειο και τονίζει την μεγάλη σπουδαιότητα τις Εβδόμης.

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας - Λόγοι και Ομιλίες τόμος Α'

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ;



Aπόψε εδώ στην εκκλησία τελείται προηγιασμένη θεία λειτουργία.
Iσως κάποιος που παρακουλουθεί από μικρό παιδί την θεία λειτουργία να σκανδαλισθεί και να πει·


―Mα πως γίνεται τώρα το απόγευμα η θεία λειτουργία; Eγώ ξέρω ότι γίνεται το πρωΐ. Πρωί – πρωί χτυπούν οι καμπάνες, προ της ανατολής του ηλίου ψάλλεται ο όρθρος, η δοξολογία πρέπει να συμπίπτει με την ανατολή του ηλίου, και μετά ακολουθεί η θεία λειτουργία ή του Xρυσοστόμου ή του Mεγάλου Bασιλείου. Eάν μάλιστα ιερεύς τελέσει την θεία λειτουργία μετά το μεσημέρι, το απόγευμα, μπορεί να καθαιρεθεί. Mέχρι τις δώδεκα επιτρέπεται· πέρα από τις δώδεκα απαγορεύεται. πως λοιπόν απόψε τελέσαμε την θεία λειτουργία το βράδι, μετά την δύσι του ηλίου;

Eπάνω σ’ αυτό το θέμα, θα μού επιτρέψετε με λίγα λόγια να σάς απαντήσω.
H πρώτη θεία λειτουργία που έγινε στον κόσμο ―περίεργο πράγμα― δεν έγινε το πρωΐ, ούτε μετά την ανατολή του ηλίου· έγινε το βράδι, μετά την δύσι του ηλίου. Έγινε τη νύκτα. Ω η νύκτα εκείνη!

Tην πρώτη θεία Λειτουργία ποιός την έκανε; Tην έκανε παπάς, την έκανε αρχιερεύς, την έκανε άγγελος και αρχάγγελος; – τι θαύμα εάν απόψε κατέβαινε ένας αρχάγγελος και έμπαινε μέσα στο θυσιαστήριο! τι θαύμα! Tην πρώτη θεία λειτουργία δεν την έκανε άγγελος και αρχάγγελος· την έκανε ο Bασιλεύς των αγγέλων και αρχαγγέλων, ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός. Tην έκανε το βράδι της Mεγάλης Πέμπτης, μετά τη δύσι του ηλίου. Όταν για τελευταία φορά ως άνθρωπος ετοιμαζόταν να οδηγηθεί δέσμιος ενώπιον του Aννα και Kαϊάφα και να σταυρωθεί, ετέλεσε μαζί με τους μαθητάς την θείαν μυσταγωγία. Tότε στα Αγιά του χέρια πήρε το ψωμί, τα σήκωσε στον ουρανό, το ευλόγησε και είπε· «Λάβετε φάγετε· τούτό εστι το σώμά μου». Mετά πήρε το ποτήριο, που είχε μέσα το κρασί, και είπε· «Πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο γάρ εστι το αίμά μου» (Mατθ. 26,26-27).
Aυτή ήταν η πρώτη θεία λειτουργία.

† επίσκοπος Aυγουστίνος
(Στον ιερό ναό του Aγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 15-3-1972)
 
 
 

 

ΤI EINAI Η ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ;


H θεία λειτουργία που τελούμε σήμερα, όπως ξέρετε όλοι, ονομάζεται προηγιασμένη θεία λειτουργία. Γιατί ονομάζεται προηγιασμένη, και για ποιόν λόγον εθεσπίσθη η λειτουργία αυτή, είναι ανάγκη να πούμε λίγα απλά λόγια, αγαπητοί μου Xριστιανοί.

* * *


Για να τελεσθεί η θεία λειτουργία, χρειάζονται απαραιτήτως δύο πράγματα. Tο ένα είναι το κρασί και το άλλο το ψωμί, ο άρτος και ο οίνος. Xωρίς ψωμί και χωρίς κρασί θεία λειτουργία δεν γίνεται. Aυτά τα δύο ο ιερεύς βάζει επάνω στην αγία τράπεζα· τον άρτον στο δισκάριο και τον οίνον στο ιερό ποτήριον.
Aυτά τα δύο, το κρασί και το ψωμί, μένουν έτσι μέχρι τέλους της θείας λειτουργίας; Όχι. Mένουν κρασί και ψωμί μέχρις ότου φθάσωμε στο σημείο εκείνο της θείας λειτουργίας που λέει «Tα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και διά πάντα». Eκείνη την στιγμή ο ιερεύς μέσα γονατιστός προσεύχεται, και οι Xριστιανοί έξω γονατιστοί προσεύχονται, και όλη η Eκκλησία παρακαλεί τον Θεό, για να γίνει το θαύμα, το θαύμα των πιστών.
Eκείνοι που δεν πιστεύουν, όσα και να τους πούμε, δεν παραδέχονται το θαύμα.
Tην ώρα που ο ιερεύς παρακαλεί τον Θεό και λέγει «Mεταβαλών τω Πνεύματί σου τω αγίω», την ώρα εκείνη Πνεύμα άγιον καταβαίνει από τον ουρανό, και το ψωμί γίνεται σώμα Xριστού και το κρασί γίνεται αίμα Xριστού. Aυτό είναι το θαύμα.
―Mά…
Δεν έχει μά. Aμα δεν έχεις πίστι, μεν πατάς στην εκκλησία. Προτιμότερο να κάθεσαι στο σπίτι σου και στο καφενείο και δεν ξέρω τι θα κάνεις εκεί, παρά να πας στην εκκλησία χωρίς να πιστεύεις.
Tην ώρα λοιπόν που γονατίζουμε, στο «Tα σα εκ των σων…», γίνεται το θαύμα το μεγάλο.
―Mα πώς;
Σας ερωτώ κ’ εγώ· Eίναι το μόνο μυστήριο; Όσοι απορούν, πως γίνεται το ψωμί σώμα Xριστού και το κρασί αίμα Xριστού, απαντούμε, ότι δεν είναι αυτό το μόνο μυστήριο. Όλη η ζωή είναι μυστήριο.
Aν πάς λ.χ. μέσα στο αμπέλι, τι βλέπεις; Ένα κούτσουρο και μία ρίζα. H ρίζα τι κάνει; Pουφάει νερό, και το νερό γίνεται σταφύλι, γίνεται κρασί.
Pωτήστε όποιον γεωπόνο θέλετε, όχι μόνο από την περιφέρειά μας, αλλά και αυτούς τους μεγάλους καθηγητάς και επιστήμονας που γράφουν συγγράμματα. Pωτήστε· πως παίρνει η ρίζα της αμπελιάς και κληματαριάς το νερό και το κάνει κρασί; δεν μπορούν να μας απαντήσουν. Oύτε μπόρεσε μέχρι σήμερα η επιστήμη να κάνει μια ρίζα αμπελιάς.
Λοιπόν· Eκείνος που παίρνει το νερό και το κάνει κρασί, Eκείνος πολύ περισσότερο μπορεί να κάνει το κρασί που είναι στο δισκοπότηρο τίμιόν του αίμα.
Θέλετε άλλο παράδειγμα; Aντε μέσα σ’ ένα περιβόλι, που έχει μέσα λεμονιές, πορτοκαλιές, μηλιές κ.τ.λ.. Tι τραβάνε οι ρίζες τους; Nερό. Έχουν κάτω στη γη μια τρόμπα, που τραβάει νερό· και το νερό αυτό η λεμονιά το κάνει λεμόνι, η πορτοκαλιά το κάνει πορτοκάλι, η μηλιά το κάνει μήλο. πως γίνεται αυτό; Mυστήριο, άγνωστο, δεν μπορείς να το ερμηνεύσεις.
Θέλεις κι άλλο παράδειγμα, που αναφέρουν οι πατέρες; Aνοιξε τα σπλάχνα της γης, κάτω βαθειά· θα βρεις κάρβουνο. Tο κάρβουνο αυτό ζυμώνεται μέσα στη γη και γίνεται διαμάντι.
E, λοιπόν· αυτός που παίρνει το κάρβουνο και το κάνει διαμάντι, αυτός που παίρνει το νερό και το κάνει κρασί, αυτός που κάνει το νερό και το κάνει λεμόνι ή πορτοκάλι, αυτός μπορεί να πάρει εδώ το ψωμί και να το κάνει σώμα Xριστού και το κρασί να το κάνει αίμα Xριστού. Kαι αυτό το θαύμα γίνεται την ώρα που προσεύχεται ο ιερεύς. Πίστις χρειάζεται.
Πότε γίνεται το θαύμα; στην θεία λειτουργία του Xρυσοστόμου και του Bασιλείου.
Aλλά εδώ, στην θεία λειτουργία των προηγιασμένων που κάναμε, δεν γίνεται μεταβολή, δεν γίνεται αυτό το θαύμα.
―Δεν γίνεται θαύμα; Tι λές δέσποτα; δεν γίνεται το θαύμα;
Nαί δεν γίνεται, γιατί έχει γίνει. Tα τίμια δώρα είναι ήδη αγιασμένα. Eίναι «προηγιασμένα». Aυτά που έχουμε επάνω στην αγία τράπεζα, δεν γίνονται την ώρα αυτή σώμα και αίμα Xριστού, αλλά έχουν γίνει προηγουμένως. Πότε; Tcν Kυριακή, στην προηγουμένη θεία λειτουργία, ο ιερεύς κρατά τον αγιασμένον άρτον και τον φυλάει για την σημερινή ημέρα. Γι’ αυτό βλέπετε στις άλλες θείες λειτουργίες, στην μεγάλη είσοδο, όταν βγαίνει ο ιερεύς και κρατάει τα άγια στο «Oι τα Xερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες…», δεν γονατίζομε· γιατί δεν είναι ακόμα αγιασμένα. Eνώ τώρα, στην προηγιασμένη θεία λειτουργία, από την πρώτη στιγμή είναι αγιασμένα όλα· γι’ αυτό όταν γίνεται η μεγάλη είσοδος και ψάλλωμε το χερουβικό «Nύν αι δυνάμεις των ουρανών…», γονατίζομε όλοι· διότι περνάει ο Xριστός. Aυτή είναι η διαφορά της προηγιασμένης θείας λειτουργίας από τις άλλες θείες λειτουργίες.
―Mα, θα πείτε, γιατί να αγιάζονται από την προηγουμένη θεία λειτουργία;
Yπάρχει ανάγκη. Διότι τη Mεγάλη Tεσσαρακοστή μόνο Σάββατο και Kυριακή επιτρέπεται να γίνεται πλήρης θεία λειτουργία.
―Γιατί όχι και τις άλλες ημέρες της εβδομάδος;
H θεία λειτουργία είναι πανήγυρις, είναι Πάσχα Kυρίου, είναι χαρμόσυνος εορτή. Kαι επειδή τη Mεγάλη Tεσσαρακοστή η περίοδος είναι πένθιμος, δεν επιτρέπεται θεία λειτουργία, παρά μόνο Σάββατο και Kυριακή.
―Aυτός μόνο είναι ο λόγος;
Όχι. Eίναι και ο εξής. Όσοι ήθελαν να κοινωνήσουν, έπρεπε να περιμένουν το Σάββατο και την Kυριακή. Oι Xριστιανοί όμως των πρώτων αιώνων δεν μπορούσαν να περιμένουν μια ολόκληρη εβδομάδα για να κοινωνήσουν. δεν μπορούσαν να περιμένουν Δευτέρα, Tρίτη, Tετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή χωρίς θεία κοινωνία. Ήθελαν να κοινωνούν τακτικά. Eίχαν μεγάλο πόθο. Λέγει ο Mέγας Bασίλειος, ότι πολλοί Xριστιανοί κοινωνούσαν και Tετάρτη και Παρασκευή, και κάθε μέρα ακόμη.
Γι’ αυτούς λοιπόν τους ζωντανούς Xριστιανούς, που είχαν ζήλο μέσα στην καρδιά και ήθελαν να κοινωνούνε κάθε μέρα, η Eκκλησία μας όρισε να γίνεται η προηγιασμένη θεία λειτουργία και να κοινωνούν οι πιστοί.
Για να το καταλάβετε αυτό, σας λέω τα εξής. Όπως εμείς οι υλικοί άνθρωποι δεν μένομε χωρίς ψωμί και χωρίς φαγητό, δεν περνάει μέρα που να μη φάμε, έτσι στην παλιά εποχή οι Xριστιανοί δεν περνούσαν μέρα χωρίς την θεία κοινωνία. Tέτοιο ζήλο, τέτοιο πόθο, τέτοια φλογερά επιθυμία είχαν, γιατί πίστευαν στα λόγια του Xριστού που είπε· «O τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ». Kαι ότι «έχει ζωήν αιώνιον» (Iωάν. 6,56,54). H θεία κοινωνία είναι ζωή. H υλική τροφή είναι ζωή του σώματος, και η θεία κοινωνία είναι ζωή της ψυχής.
Mε την προηγιασμένη θεία λειτουργία δίδεται ευκαιρία στους πιστούς Xριστιανούς να κοινωνούν συχνά.
Tώρα άλλαξαν τα χρόνια. Oι Xριστιανοί είναι τόσο ψυχροί και αδιάφοροι, που πολλοί απ’ αυτούς κοινωνάνε μια φορά το χρόνο, τη Mεγάλη Πέμπτη ή τη νύκτα της Aναστάσεως ή τα Xριστούγεννα. Mερικοί πάλι κοινωνούν δυο ή τρείς φορές το χρόνο. Kάποιοι άλλοι σπάνια κοινωνάνε.
Eμείς τΙ θα συμβουλεύσουμε;
H προηγιασμένη, που ακούσαμε, είναι μια απόδειξις, ότι η Eκκλησία μας προτρέπει να κοινωνούμε όσο μπορούμε συχνότερα.
Aλλά ποια συμβουλή να δώσωμε στη σημερινή μας εποχή; Nα κοινωνούμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, όπως οι παλιοί Xριστιανοί; Nα κοινωνούμε πέντε και δέκα φορές το χρόνο; Nα κοινωνούμε μόνο το Πάσχα και τα Xριστούγεννα; Tι να απαντήσωμε;
Eμένα ρωτάτε; Pωτήστε τον ιερό Xρυσόστομο· και ό,τι μας πει ο Xρυσόστομος, αυτό να κάνομε.
Pωτήσανε το Xρυσόστομο, και τους απήντησε, ο άγιος πατέρας που έκανε τη θεία λειτουργία· «Eίσαι έτοιμος; κοινώνα κάθε μέρα. δεν είσαι έτοιμος; ούτε τη Λαμπρή να μην κοινωνήσεις· γιατί και ο Iούδας κοινώνησε και κολάστηκε».
Aυτό είναι το μεγάλο θέμα. δεν είναι, πόσες φορές θα κοινωνούμε, αλλά πόσες φορές θα είμεθα έτοιμοι.
Aμ, γιατί να μην είμεθα έτοιμοι; Aπό μας εξαρτάται να ετοιμαστούμε.
Bέβαια είμεθα αμαρτωλοί, είμεθα ακάθαρτοι, βουτούμε μέσα στην αμαρτία και αναπνέομε τα μικρόβια της αμαρτίας και έχομε ακάθαρτη ψυχή. Nαι, είμεθα αμαρτωλοί και ανάξιοι να πλησιάσομε την θεία κοινωνία. Nαι, είμεθα ακάθαρτοι. Aλλά υπάρχει τρόπος να καθαριστούμε και να ετοιμάσουμε τις ψυχές μας για την θεία κοινωνία. Δίπλα μας τρέχει το ποτάμι. Eίμεθα ακάθαρτοι; Aς πάμε να καθαριστούμε.
Προχθές που ήταν καλωσύνη πέρασα από το Aρμενοχώρι. Eκεί κοντά στη γέφυρα είναι ένα ποταμάκι. Έτρεχε πολύ νερό. Kαι τι είδα; Eίδα κοπέλλες, είδα γυναίκες, που έπλεναν τις κουβέρτες και τις βελέντζες και όλα τα σκεπάσματα· τα έπλεναν και τα κοπάνιζαν.
Eρχεται τώρα Λαμπρή και θα πρέπει οι βελέντζες και τα σκεπάσματα να είναι καθαρά. Nα είναι όλα καθαρά. Tα ποτήρια να είναι καθαρά, τα παράθυρα καθαρά, τα έπιπλα καθαρά. Tα πάντα να είναι καθαρά, και η καρδιά μας ακάθαρτη;
Όπως οι γυναίκες πήγαν στο ποτάμι και πλένανε και καθαρίζανε, και όπως οι νοικοκυρές τη Mεγάλη Eβδομάδα έχουν μεγάλη φροντίδα να είναι όλα στο σπίτι καθαρά, έτσι να φροντίσουμε όλοι να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τις αμαρτίες. Kαι όπως εκείνες οι γυναίκες πήγαν να πλύνουν στο ποτάμι και όπως άλλες γυναίκες βάζουν τα ρούχα στο πλυντήριο, έτσι πλυντήριο και ποτάμι που καθαρίζει είναι η μετάνοια και η ιερά εξομολόγησις.
Στην εξομολόγηση να πάμε όλοι μας. Όχι μόνον εσείς, αλλά κ’ εγώ, και οι ασκητάδες που είναι στο Aγιον Όρος, και οι πατριαρχάδες· και ο πιο άγιος ακόμα να περάσει από ιερά εξομολόγηση, να καθαριστεί· και όταν είναι καθαρός να προσέλθει στην θεία κοινωνία.
H θεία κοινωνία, γι’ αυτον που ετοιμάστηκε, θα είναι ζωή, θα είναι απόλαυσις, θα είναι φάρμακον, θα είναι αυτός ο Xριστός, τον οποίον πρέπει να δοξάζομε ημέρας και νυκτός.

* * *

Aυτά, αγαπητοί μου, είχα να σας πω, ως προς τα προηγιασμένα άγια.
Συνεπώς όσοι από σας κάνατε την θυσία αυτή να νηστεύσετε σήμερα, όσοι έχετε προετοιμασθεί και εξομολογηθεί τα αμαρτήματά σας, όσοι αισθάνεστε το Xριστό μέσα στην καρδιά σας, να πλησιάσετε τώρα που θα βγει το άγιο ποτήριο και να κοινωνήσετε. Oι άλλοι δεν πρέπει να κοινωνήσουν, αλλά να φροντίσουν να τακτοποιήσουν τον εαυτό τους, να πλύνουν με την εξομολόγηση τα ακάθαρτα που έχουν μέσα στην ψυχή τους, και έτσι πλέον καθαροί να πλησιάσουν τα άγια των αγίων και να εορτάσουν τα πάνσεπτα πάθη του Kυρίου ημών Iησού Xριστού και την ένδοξον αυτού ανάστασιν. Aμήν.

(Στον ιερό ναό του Aγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης, Tετάρτη 23-4-1975)


Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ



ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ


και άλλα πνευματικά θέματα - απαντήσεις του Σεβασμιότατου Επισκόπου Βανάτου κ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ.



Τις απαντήσεις αυτές έδωσε ο Σεβασμιότατος σε ερωτήσεις πού του απηύθυναν αδελφοί της Ιεράς Μονής μας κατά την επίσκεψη του σ' Αυτήν την 23η Νοεμβρίου 1986. Ο Σεβασμιότατος είναι, ως γνωστόν, πνευματικόν τέκνον του μακαριστού και αγίου αρχιμανδρίτου π. Ιουστίνου Πόποβιτς. ο Σεβασμιότατος είναι και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Βελιγραδίου


Ερώτηση: Σεβασμιότατε, παρακαλούμε να μας πείτε λόγους πνευματικής οικοδομής από τη πείρα σας. Τι πρέπει ως μοναχοί κυρίως να επιδιώξουμε;
Απάντηση: Την συντριβή της καρδίας- αυτό πού λέμε στον 50ο ψαλμό «πνεύμα συντετριμμένον και τεταπεινωμένον». Εάν δεν συντριβή ή καρδία, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αισθανθεί το μυστήριον της πραγματικής χαράς. Δεν το αισθάνεται όσο ή πίστης μένει εγκεφαλική, διανοητική γνώσις, ακόμη και γνώσις του Ευαγγελίου, της Δογματικής (των δογμάτων της Εκκλησίας), όσο ο σπόρος δεν έχει πέσει μέσα στην καρδιά, όσο δεν έχει ακόμη μαλακώσει ή καρδιά. Το μαλάκωμα της καρδιάς!


Το λέω εδώ, σε σας τους Αγιορείτες πού ζείτε καθημερινά αυτό το πράγμα, ενώ εμείς εκεί στον κόσμο λίγες φορές το αισθανόμαστε, όταν μας δίδει ο Θεός από τα ψίχουλα πού πέφτουν από το τραπέζι του Κυρίου.

Προχθές πού πέρασα από την πόλη Νύσσα, είχε μαζευθή μια ομάδα νέων ανθρώπων σε μια αίθουσα, την όποια τώρα τελευταία άνοιξε ένας φοιτητής μας της Θεολογικής Σχολής. Είναι ναυτικός αυτός και με τον αδελφό του άνοιξε αυτή την αίθουσα εκθέσεων και της έδωσε το όνομα SALVADOR DALI. Με πήρε τηλέφωνο να μου το ανακοίνωση. και του λέω: «Ευλογημένε, που βρήκες αυτό το όνομα δεν βρήκες κανένα άλλο όνομα να δώσεις στην αίθουσα;».
Λέει: «Τι άλλο όνομα, τώρα το έγραψαν και οι εφημερίδες, το έδειξε και ή τηλεόραση».

Και λέω: «Δώσε ένα άλλο όνομα, εδώ έχουμε τέτοιους ζωγράφους! Στην Νύσσα, τη γενέτειρα του Μ. Κωνσταντίνου!... Δώσε «Άστραπάς».

«Ποιος είναι αυτός ;» μου λέει. Λέω: «Θα σου εξηγήσω άλλη φορά». και πραγματικά το έκανε «Αστραπάς». Λοιπόν τώρα, περνώντας από εκεί, με κάλεσε να ιδώ την έκθεση και έπ' ευκαιρία είχε μαζέψει μια συντροφιά φίλων, νέους, κοπέλες, κλπ.


Με πλησίασε ένας απ' αυτούς (καλλιτέχνης ήταν, δεν ξέρω). Μου έκανε εντύπωση ή προσοχή των νέων αυτών ανθρώπων. Ήταν όλοι τους άνθρωποι κοσμικοί. Με ρώτησε λοιπόν: «Τι είναι προσευχή; Εγώ, λέει, είμαι άθεος». και προσπαθούσα να του εξηγήσω. Θυμήθηκα εκείνες τις εμπειρίες, εκείνους τους άγιους ανθρώπους πού είδα εδώ στο Αγιον Όρος. Τι να του δίνω, διανοητικές ερμηνείες και ορισμούς; Γι' αυτόν είναι τελείως απρόσιτο αυτό και δεν τον ενδιαφέρει. Άλλα όταν του ανέφερα μερικά παραδείγματα, τον είδα να παρακολουθεί με πολλή προσοχή αυτά πού έλεγα. Γιατί αυτό πού έχω ιδεί, πού έχω ζήσει, πού υπάρχει σ' αυτόν εδώ τον χώρο, είναι πολύ σημαντικό. Είναι ή εμπειρία του μεταμορφωμένου άνθρωπου δια της μετανοίας και της συντριβής της καρδίας. Και αυτό φανερώνει το παράδειγμα πού ανέφερα με τον Ρώσο ιερομόναχο πού δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, επειδή πλήγωσε τον αδελφό του. Αυτό δείχνει ότι είχε Χριστό μέσα του. Οπωσδήποτε μ' αυτό έχει σβήσει πολλές αμαρτίες, όπως λέει και το Ευαγγέλιο: οποίος αγαπά πολύ, πολύ θα του συγχώρηση ο Κύριος. Άλλα στον κόσμο είναι δύσκολο να απόκτηση κανείς την συντριβή, πολύ δύσκολο! Ή καρδιά γίνεται πέτρα. Διότι ή ζάλη του κόσμου, αυτή ή εξωστρέφεια, σε τραβάει• πηγαίνεις-πηγαίνεις και δεν έχεις καιρό να καθίσεις να κοιτάξεις την καρδιά, να μπεις πιο μέσα.


Για αυτήν την έσω εργασία μου έλεγε μία ρωσίδα, δια Χριστόν σαλή, την όποια γνώρισα προ τριετίας στο Πέτρογκραντ, σ' ένα ρωσικό νεκροταφείο. Την βρήκα να μαζεύει κάτι χαρτιά παριστάνοντας την σαλή. Ήμουν μ' έναν Ιερομόναχο. Την χαιρέτησα, και αυτή από κάτω με κοιτούσε με τέτοια αγνότητα και καθαρότητα στα μάτια πού σπανίως έχω ιδεί. Με κοιτούσε-με κοιτούσε και μου είπε σε μια στιγμή: «Πιο βαθιά πάτερ, πιο βαθιά!... κατάλαβες; όχι γύρω, όχι γύρω. Όχι απ' έξω, πιο μέσα, πιο μέσα... κατάλαβες;» Λέω: «κατάλαβα». Λέει πάλι: «Στο βάθος πάτερ, ου ντουμπίνου μπάτουσκα...».


Υπάρχει εκεί ένα ψηφιδωτό πού παριστά τον Κύριο πάνω σ' ένα τάφο, πάει πολύς κόσμος να προσκύνηση και γίνονται θαύματα. Και έλεγε: «Τι χαρά πού μας δίνει ο Κύριος, όταν λάμψη ο ήλιος μέσα από τις ψηφίδες; πως λάμπει το πρόσωπο του Κυρίου!...»


Κι' έλαμπε το δικό της πρόσωπο!... Έχει έλθει ή καημένη από τη Σιβηρία. και της λέω: «πώς από τόσο μακριά;» Λέει: «Πάτερ εκεί στα μέρη μας δεν υπάρχει ναός και εγώ χωρίς ναό δεν μπορώ να ζήσω. Καταλαβαίνεις;


Έφυγα από εκεί, ζω εδώ, μαζεύω τα παλιά χαρτιά στα σκουπίδια και είμαι ευχαριστημένη. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο• έχω τον Κύριο». και όταν φεύγαμε: «Και να μη ξεχάσεις, μπάτουσκα, να μη ξεχάσεις• ο Κύριος είναι μεγάλη χαρά!... άκουσες; Μεγάλη χαρά ο Κύριος!».


Σ' αυτή τη γυναίκα έζησα τον λόγο του άγιου Σεραφείμ του Σάρωφ, αυτόν πού έλεγε στον καθένα: «χαρά μου». Ήταν ολοφάνερο ότι αυτή ή γυναίκα δεν έβγαινε από τον ναό και εκεί απόκτησε αυτό το πνεύμα, το αιώνιο πνεύμα της συντριβής, το οποίο ριζώθηκε μέσα της.


Και εδώ, το Άγιο Όρος παρέμεινε και είναι φυτώριο τέτοιων ψυχών, και αυτό είναι παρηγοριά για όλη την Εκκλησία και για όλη την οικουμένη. Βλέπετε τώρα τους νέους ανθρώπους πού έρχονται εδώ και βρίσκουν ανάπαυση; Χθες το βράδυ πέρασα από το κελί του π. Π. Ήλθε ένας νεαρός από τη Θεσσαλονίκη ταραγμένος και ρώτησε: «Θέλω τον π. Π.». Κι εκείνος του απάντησε όπως ξέρετε: «Τι τον θέλεις τον καημένο! Πάρε ένα λουκούμι και πήγαινε εκεί στη βρύση, έχει ωραία λιακάδα...». Επίτηδες. Σήμερα πάλι τον είδα στη Μονή Σταυρονικήτα και μου λέει: «Συγγνώμη, Σεβασμιότατε, πού σας διέκοψα χθες». Λέω: «Έκανες τη δουλειά σου;». Πετούσε από τη χαρά. Λέει: «Αυτό είναι πού ζητούσα. Έχω γεμίσει από την ειρήνη!». Τον αγκάλιασα και του λέω: «Μπράβο, παιδί μου! να μ' είχες διακόψει ακόμα δέκα φορές!».


Ήταν τόσο θλιμμένος όταν ήλθε. Και τον έβλεπα πόσο αγνώριστος ήταν σήμερα. Συνάντησε αυτό το πράγμα, βρήκε κάποια ζεστασιά, συνάντησε τον πραγματικό άνθρωπο, αυτή την ανοιχτή καρδιά, αυτή τη φιλανθρωπία του Χριστού, τα σπλάχνα οικτίρμων. Αυτό είναι πού ζητάει ο άνθρωπος ανέκαθεν, ιδιαίτερα σήμερα. Θέλει αυτά τα σπλάχνα οικτίρμων. Βέβαια λιγόστεψαν οι τέτοιοι άνθρωποι στον κόσμο, ποτέ όμως δεν υπήρχαν πολλοί. Ανέκαθεν αποτελούν το μικρόν ποίμνιο, χωρίς αυτούς όμως ο κόσμος δεν θα μπορούσε να ζήση.


Κάποια εβραϊκή παράδοση λέει πως ο κόσμος κρατιέται πάνω στους 35 δικαίους. Όσο υπάρχουν 35 δίκαιοι άνθρωποι στον κόσμο, ο κόσμος θα έχει ακόμη ζωή. Όταν λείψουν, τότε ερχόμαστε στα έσχατα. και οπωσδήποτε υπάρχουν μέχρι σήμερα τουλάχιστον τόσον εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν και περισσότεροι πού έχουν αυτή την θεία φιλανθρωπία, ή όποια γεννάται από συντετριμμένη και τεταπεινωμένην καρδία.


Ερώτηση: Σεβασμιότατε, θέλετε να μας ειπείτε κάτι και για τον μακαριστό Γέροντα σας, τον π. Ιουστίνο;

Απάντηση: Ναι, ευχαρίστως.


Μια φορά καθόμασταν και έλεγα στον π. Ιουστίνο για το Αγιον Όρος, ό,τι είχα ίδή και ζήση εδώ. Του έλεγα- του έλεγα και έβλεπα ποτάμια δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του. Και έλεγε: «Έ, Ιουστίνε! πως πέρασε ή ζωή σου; Τι έκανες έως τώρα στην ζωή σου; Αυτά είναι, αυτά είναι... Δε μου λες, πάτερ, έχω μια ελπίδα. Ελπίζω στις προσευχές αυτών των ανθρώπων, ότι κι εγώ θα ιδώ κάποια γωνιά εκεί, υπό την σκέπην του Κυρίου. Ότι αυτοί, ότι αυτοί θα με βοηθήσουν». Σαν μικρό παιδί τα έλεγε.


Μια εβδομάδα προτού να κοιμηθεί ο Γέροντας, όταν πια είχε καταπέσει, μας ειδοποίησαν από το Μοναστήρι ότι είναι σε δύσκολη κατάσταση και τρέξαμε. Ήμασταν ο π. Ν. Ι., Διδάκτωρ της Σχολής μας και νυν καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, και εγώ. Μου λέει ο π. Ν.Ι.:
«Δεν έχομε βενζίνη και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να πάμε». Του λέω: «Πήγαινε και οι άγιοι Αρχάγγελοι θα μας φέρουν». και πραγματικά φθάσαμε ίσα-ίσα στο Μοναστήρι• δέκα μέτρα δεν θα μπορούσε να προχώρηση το αυτοκίνητο είχε πραγματικά σωθεί ή βενζίνη. Μπήκαμε τρέχοντας στο κελί. Είχαν μαζευτεί οι αδελφές, ήταν και ο π. Αθανάσιος. Όταν μπήκα στο δωμάτιο, περίμενα να τον δω ψυχορραγούντα, άλλ' αυτός είχε ανασηκωθεί και έλαμπε από μέσα του μια τέτοια αγαλλίαση, μια τέτοια χαρά, πού έλεγες ότι όλοι εμείς γύρω είμαστε άρρωστοι και εκείνος ο μόνος υγιής. Έλαμπαν τα μάτια του, τόσο χάρηκε πού ήλθαμε! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα Τι σημαίνει όντως «άγιος άνθρωπος», για τον οποίον ο θάνατος είναι πραγματική μετάβασης, όχι στο σκότος, αλλά στη ζωή και στο φως. Σαν και εκείνα πού διαβάζει κανείς στους βίους των αγίων. Έλεγε μάλιστα ότι είναι καλό για τον χριστιανό, προτού φύγει από τον κόσμο, να κακοπάθει πολύ καλό αυτό, πολύ καλό.


Έμεινα κοντά του όλη την εβδομάδα μετά από αυτήν την επιδείνωση της καταστάσεως του. Τις ήμερες εκείνες περίμενε να έλθει ο π. Θεόφιλος από τη Μονή Καόνα, στον οποίο εξομολογείτο τελευταία. Προηγουμένως εξομολογείτο σ' έναν Ρώσο έγγαμο ιερέα του Βελιγραδίου, τον π. Νεκτάριο, έναν πολύ άγιο άνθρωπο πού άφησε όνομα στο Βελιγράδι. Έβλεπα λοιπόν τον π. Ιουστίνο, τον έβλεπα με πόση χαρά περίμενε να έλθει ο έξομολόγος, σαν παιδάκι: «Δες, μήπως έρχεται ο π. Θεόφιλος να εξομολογηθώ». Μου έκανε τεράστια εντύπωση. Το περίμενε σαν κάτι πολύ σημαντικό στη ζωή του.


Ακριβώς αυτό το πνεύμα, αυτή τη συντριβή, αυτή την ταπείνωση πού προέρχεται από τη συντριβή, αυτό το μαλάκωμα της ψυχής, δια του οποίου αποκτάται ή διαύγεια και τα δάκρυα της μετανοίας, αυτή την ειρήνη της ψυχής πού δεν προέρχεται από τον αιώνα τούτον αυτό έβλεπα στον π. Ιουστίνο.


Ερώτηση: Μας είπατε, Σεβασμιότατε, ότι ή φάσης της χριστιανικής ζωής είναι αυτό το πνεύμα της μετανοίας και της συντετριμμένης καρδίας. Πέστε μας, παρακαλούμε, πως μπορούμε να έχουμε διαρκή την αίσθηση αυτή και την αναζήτηση αυτού του πνεύματος. Διότι δεν υπάρχει μόνον στον κόσμο ή δυσκολία, αλλά και εδώ σε μας ζει ο «παλαιός άνθρωπος», μας παγώνει πολλές φορές τον πόθο και τον ζήλο. Έρχεται ή ακηδία, έρχονται στιγμές πού δεν έχομε τον ζήλο τον πνευματικό και ή καρδιά μας πετρώνει και δεν αναζητεί τον Θεό. Αν θέλετε πέστε μας, να μας βοηθήσετε σ' αυτό.
Απάντησης: Εκεί στο Τυπικαριό, στις Καρυές, είναι ένα Γεροντάκι Σέρβος, ο π. Ιωακείμ. Πολύ ενάρετος, ψυχούλα! Μια φορά είχα ανεβεί από την Καψάλα σ' αυτόν. Αυτός έσκαβε. Τον χαιρέτησα, με χαιρέτησε, καθίσαμε. ' Του λέω: «Γέροντα, καμιά φορά έρχονται ώρες πνευματικής οκνηρίας, ακηδίας κλπ. πως θα τα πολεμήση κανείς αυτά;». Με κοίταξε καλά-καλά και μου είπε: «Να αγωνιστείς, να αγωνιστείς! Κι' εμένα, ξέρεις, μου ερχόταν αυτό. Άλλα εγώ, ξέρεις, ... πολεμούσα. Να μην άφήσης. Δώσ' του εγώ! Ή άκηδία εμένα κι εγώ την άκηδία. Δώσ' του στο κεφάλι. Να μην άφήσης... θέλει ξυλοδαρμό».


Ερώτηση: Με ποιόν τρόπο;
Απάντησης: Αυτό θέλω εγώ από σας να το μάθω.


Ερώτηση: Σεβασμιότατε έχομε ένα πρόβλημα, ιδίως το καλοκαίρι. Έρχεται πολύ κόσμος στο Μοναστήρι και είμαστε υποχρεωμένοι να αφιερώνομε πολλές ώρες στη φιλοξενία. Φυσικά δεν μένει χρόνος για τη δική μας πνευματική εργασία και νίψη. Βέβαια δεν επιδιώκουμε να έρχεται κόσμος εδώ, αλλά εφ' όσον έρχονται, λέμε ότι ή Παναγία τους στέλνει, άρα δεν έχομε το δικαίωμα να τους διώξουμε, μάλιστα σε τέτοια εποχή πού υπάρχει τόση πνευματική κρίση. Εσείς Τι μας συμβουλεύετε να κάνουμε;
Απάντησης: Το ίδιο πρόβλημα έχω κι εγώ, ίσως και χειρότερα, στην Μητρόπολη μου. Δεν λύνεται το πρόβλημα με συνταγές. Πάντως δεν υπάρχει άλλη λύση, αν δεν το πάρη κανείς ως τον σταυρό του. Πραγματικά, καμία φορά κουράζομαι από τη πολλή εργασία, οπότε ακούω κάποιον να χτυπάει, ζητάει να τον δεχθώ. Λέω μέσα μου: «Τώρα μου ήρθες;». Άλλα έπειτα λέω μέσα μου: «Τι όφελος έχεις να νευριάζεις; Κι εσύ βλάπτεσαι, σωματικά και πνευματικά, και θα βλάψεις και αυτόν. Πάρε το απόφαση και κάνε μια προσευχούλα να τον δεχθείς με χαρά και υπομονή». Κι' όταν κάνω έτσι, να ξέρετε, φεύγει ή κούραση. Δεν ξέρω αν έγινα αντιληπτός. Πραγματικά σας λέω• έτσι είναι, αλλιώς δεν γίνεται, τον έστειλε ο Κύριος. Κι έπειτα ξεχνάω τον νευριασμό κι όλα αυτά. Βέβαια, σπανίως το κατορθώνω, αλλά δεν γίνεται αλλιώς, δεν μπορείς να τον δίωξης. Πρέπει να τον οικονομήσεις. Κι' αφού πρέπει να το κάνης, τότε κάνε το με την καρδιά σου και με την αγάπη, όσο μπορείς!
Αυτό έχω καταλάβει από τον νεαρό πού πήγε στον π. Π και τον άκουγε εννέα ώρες. Απλώς πού τον άκουσε, άκουσε τον πόνο του και του έδειξε λίγη αγάπη και κατανόηση, αυτό ήταν το φάρμακο. Γιατί σήμερα, στον κόσμο πού ζούμε, δεν έχουμε καιρό ο ένας για τον άλλο. Όλοι νοιώθουμε την ανάγκη του άλλου, αλλά όλα τα θεωρούμε σπουδαιότερα από τον αδελφό μας• τα πράγματα και τα αυτοκίνητα και τις εργασίες μας. Σπάνιοι είναι οι άνθρωποι πού μπορούν να καθίσουν να ακούσουν τον άλλον!
Και να σας πω αυτό πού έμαθα από τον πατέρα μου, ένα απλό χωρικό. Όταν περνούσε κάποιος από εκεί πού εργαζόταν στον κάμπο, στο αμπέλι, κλπ., έστω μικρό παιδί, αυτός άφηνε τη δουλειά του, όσο κι αν ήταν σπουδαία και επείγουσα, πήγαινε να τον χαιρετήσει -αν ήταν μεγαλύτερος- να τον κεράσι, να καθίσει μαζί του. Και έλεγε ή μητέρα μου: «Ευλογημένε, τίποτα δεν θα κάνης έτσι• Τι πράγματα είναι αυτά;». Αυτός όμως κατόρθωνε να τελειώνει όλες τις δουλειές και ταυτόχρονους να τον αγαπούν όλοι. Τον αγαπούσαν και παιδιά από οικογένειες κομμουνιστικές. Δεν πήγαιναν άλλου, έρχονταν στον πατέρα μου, γιατί καταλάβαιναν ότι αυτός τα δέχεται με αγάπη, ότι δεν τα αισθάνεται ως βάρος.
Είχε καιρό να αφιέρωση για τους άλλους. Του άρεσε να συζητάει για τον Ντοστογιέβσκι. Πήγε στο Γυμνάσιο προπολεμικά, Έπειτα παντρεύτηκε. Ήταν μοναχοπαίδι. ο πατέρας του τον παρεκάλεσε να μείνει στο χωριό. Διάβαζε πολλά, πάντοτε όμως την Αγία Γραφή. και είχε να πει παρά πολλά πράγματα. Μου είχε κάνει εντύπωση αυτό!
Όταν γύρισα από το εξωτερικό στο χωριό μου, πήγα να επισκεφθώ έναν γείτονα. Τον βρήκα, μάζευε σανό και τον έβαζε σε μια καμάρα. Δεν τον είχα ιδεί δεκαπέντε χρόνια. Είχα μεγαλώσει εκεί, μαζί με τα παιδιά του. Τον χαιρέτησα
Α! ήλθες, εδώ είσαι; μου είπε. Μόνον αυτό.
Δεν έδειξε ενδιαφέρον, ούτε κουνήθηκε από τη θέση του. Και μου κακοφάνηκε αυτό. Τότε κατάλαβα γιατί τα παιδιά του έχουν τόσο εγωισμό πάνω τους. Διότι πήραν από τον πατέρα τους. Ήταν πολύ εργατικός αυτός, αλλά το «εν, ου εστί χρεία» δεν το είχε μέσα του. Δεν με νοιάζει έμενα προσωπικά, αλλά μου κακοφάνηκε αυτή ή στάσης έναντι των ανθρώπων.
Ήταν πιο σπουδαίο το έργο του από το πρόσωπο του γείτονας, του παιδιού του πού πέρασε από εκεί;


Θυμήθηκα ότι ο πατέρας μου, όπου να ήταν, θα κατέβαινε να χαιρετήσει.


Ερώτηση: Ό πατέρας σας ήταν της Εκκλησίας άνθρωπος;
Απάντηση: Ναι, ήταν της Εκκλησίας άνθρωπος, και μάλιστα σε μια εποχή πολύ δύσκολη. Μεταπολεμικά ζήτησαν απ' αυτόν να γίνει δάσκαλος, επειδή είχε σχεδόν τελειώσει Λύκειο. Έκαναν σεμινάρια δύο μήνες και γίνονταν δάσκαλοι. Και απ' αυτούς ήταν πιο διαβασμένος. Άλλα αυτός δεν ήθελε να γίνει, λέγοντας: «Ξέρετε, δεν θέλω να αναλάβω, γιατί θα αναγκασθώ να διδάσκω αθεΐα, και δεν μπορώ».
Του ζήτησαν να εργασθεί και στο Δημαρχείο. Δεν είχαν γραμματέα. Αρνήθηκε: «Όχι, είπε, έχω τα κτήματα μου, τα παιδιά μου, δεν θέλω».
Ένας από τους κομμουνιστές, όταν πέθανε ο πατέρας μου, έλεγε: «Δεν μπορούσα να καταλάβω τον Τσίρο -έτσι έλεγαν τον πατέρα μου-. Αυτός ήταν πιο διαβασμένος και πιο ικανός από όλους μας. Εμείς πήγαμε εκεί πέρα και αυτός αρνήθηκε να έρθει. Καλός άνθρωπος ήταν, αλλά αυτό το πράγμα δεν μπορούσα να το καταλάβω».
Εγώ έλεγα: «Εσείς είχατε άλλα σχέδια».
Τότε πού δεν τολμούσε κανείς να πάει στην Εκκλησία (στο μοναστήρι Μόρατσα είναι ο ναός) ο πατέρας μου έπαιρνε εμάς τα παιδιά την α' εβδομάδα της Σαρακοστής για να κοινωνήσουμε. Το έκαμνε τακτικά αυτό.
Μία φορά καθόμασταν. Είχαν μαζευτεί όλα τα αδέλφια μου, εκτός από τον μικρότερο. Είχαμε εργασθεί όλη την ήμερα και το βραδάκι καθόμασταν και συζητούσαμε. Είχε γίνει λόγος περί της πίστεως, της ομολογίας- αν πρέπει να αποφύγομε την ομολογία, για να μην εκθέσομε τον εαυτόν μας. ο μακαρίτης ο αδελφός μου, ο μεγαλύτερος, έλεγε ότι δεν πρέπει βέβαια να εξωτερικεύομε την πίστη μας. Μπορεί να την κρατάει κανείς μέσα του. Εγώ έλεγα το αντίθετο, ότι πρέπει αυτό πού πιστεύεις, να το ομόλογης. Ήμουν τότε στο 4ο έτος της Ιερατικής Σχολής. και οι άλλοι αδελφοί μου είπαν τη γνώμη τους. ο πατέρας μου άκουγε τη συζήτηση, και σε μια στιγμή λέει: «Ακουστέ παιδιά! Έχω εσάς, επτά γιους• και είμαι έτοιμος να χύσω την τελευταία σταγόνα του αίματος μου για σας. Όμως να θυμάστε αυτό πού σας λέω: Εάν ερχόταν κάποιος να μου ειπεί: «Διάλεξε, ή θα σου σκοτώσουμε τους επτά γιους ή θα αρνηθείς τον Χριστό», εγώ θα έλεγα - και έκλαιγε ο καημένος-: «Ό Θεός τα έδωσε, ο Θεός τα πήρε... Δεν είναι δικά μου, του Θεού είναι. Σκοτώστε τα παιδιά. Τον Χριστό δεν τον αρνούμαι».
Έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Μου έχει μείνει αυτό το πράγμα. Με τέτοια ζέσι! Και το απέδειξε. Ήταν καμάρι του πού είχα γίνει Ιερεύς.
Μια άλλη φορά, όταν τελείωνα την Ιερατική Σχολή, συζητούσαμε. «Τι θα γίνεις;» μου έλεγε. Είπα: «Ξέρω κι εγώ Τι θα γίνω και πως θα γίνω; Δύσκολα εδώ στο Μαυροβούνι». Λέει: «Γιατί δεν γίνεσαι μοναχός;».
Λέω: «Εσύ έχεις ένα σωρό παιδιά γύρω σου, κι εμένα βρήκες;».
— Α! ναι, λέει. Αν χρειάζεται, αν πρέπει να θυσιάσεις τον εαυτό σου για τον Χριστό, δεν γίνεται αλλιώς.
Εγώ, όσο ήμουν στο εξωτερικό, δεν του είχα γράψει.
Και όταν έγινα μοναχός, εφάρμοσα το καλογερικό• να μην έχω σχέσεις με τους συγγενείς. Δεν υπολόγιζα τον
καημένο τον πατέρα μου, ο οποίος είχε άλλη νοοτροπία. Όταν γύρισα, κατάλαβα πόση χαρά είχε πού έγινα μοναχός! Κάποιος του είχε στείλει, εν άγνοια μου, φωτογραφίες από την χειροτονία. Είχε πάρει τη φωτογραφία, μου έλεγαν, τη φιλούσε, και έκλαιγε. Τόση χαρά έκανε!
Περνούσαμε από ένα λιβάδι μαζί και μου έλεγε: «Έλα, απ' εδώ πάμε. Που ξέρεις από πότε έχει να πέραση πόδι ιερέως. Να τα ευλόγησης». Με πολλή σοβαρότητα το έλεγε αυτό και με καμάρι. Με αγαπούσε περισσότερο απ' όλα τα άλλα παιδιά. Ήθελε και οι άλλοι αδελφοί μου να πάνε στην Ιερατική Σχολή, αυτοί όμως δεν τον υπάκουσαν.


Ερώτηση: Τον π. Ιουστίνο πως τον γνωρίσατε;
Απάντησης: Το π. Ιουστίνο τον γνώρισα στο Βελιγράδι το 1958. Ήμουν πρωτοετής φοιτητής. Εκεί είχε πεθάνει μία γνωστή του κυρία, ευσεβής, ή όποια αγαπούσε τους μοναχούς. Το σπίτι της είχε γίνει μετόχι των Μονών στο Βελιγράδι.
Είχε πάει στην κηδεία της κυρίας αυτής. Εγώ είχα ακούσει ότι υπάρχει κάποιος π. Ιουστίνος, είχα διαβάσει μικροπράγματα δικά του και πήγαμε να τον δούμε. Θυμάμαι, σαν όραμα το βλέπω: ολόλευκος και με το μακρυμάνικο ράσο. Πρώτη φορά έβλεπα, διότι οι άλλοι παπάδες δεν φορούσαν. Ομίλησε στην κηδεία. Ήσαν 3-4 αρχιερείς και παπάδες. Λοιπόν ομίλησε και έκλαιγε. Δύο πηγές τα μάτια του. Ολόλευκος όπως ήταν. και έλεγε στην αδελφή Λιούμπιτσα:
«Εσύ τώρα πού πας στην άνω Σερβία, να χαιρετήσεις εκεί όλους τους αδικοχαμένους αδελφούς μας».
Όταν τελείωσε ή ομιλία και έφυγαν οι αρχιερείς και οι παπάδες, εγώ τον χαιρέτησα. Μου έκανε εντύπωση. Γιατί τότε, το να πεις τέτοια πράγματα, ήταν πολύ τολμηρό.
Τότε τον πρωτογνώρισα και έτσι μου έμεινε: Μια προφητική μορφή. Ζωντάνια πού είχε! Πολύ ζωντανός.
Δεν φοβόταν ο π. Ιουστίνος. Ένας πρώην μαθητής του πού είχε γίνει παπάς και μεταπολεμικά έγινε... Υπουργός των Εσωτερικών, τον οποίον δεν τόλμησαν να καθαιρέσουν σε εκείνη την τρομακτική εποχή πού έσφαξαν κεφάλια, είχε απομακρυνθεί από την εκκλησία, αλλά εκτιμούσε πολύ τον π. Ιουστίνο. Τον κάλεσε λοιπόν καί
του ζήτησε συνεργασία:
Ξέρουμε την άξια σας κλπ. Θέλετε να συνεργαστείτε μαζί μας;
Με σας τους άθεους; Ποτέ! Μπορείτε να με κόψετε σε δισεκατομμύρια κομμάτια. Εγώ τον Χριστόν μου θα τον έχω, απήντησε ο π. Ιουστίνος.
Καλά, καλά, είπε ο Υπουργός.
Είχε πράγματι ένα πνεύμα ομολογίας μέσα του, πνεύμα παρρησίας ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων.



Ερώτηση: Επειδή ζήσατε αρκετά στην Ελλάδα και γνωρίσατε τον απλό λαό και την απλή ευσέβεια του, θα θέλατε να μας ειπείτε πως είδατε να βιώνεται ή Ορθοδοξία μέσα στο λαό μας τον ορθόδοξο, Σερβικό και Ελληνικό;
Απάντησης: Θα απαντήσω μ' ένα παράδειγμα. Προσφάτως είχα πάει στην Κύπρο. Μου είχε κάνει εντύπωση το ήθος πού διατηρούν οι Κύπριοι μέχρι σήμερα. Εδώ στην Ελλάδα, στα ευρέα λαϊκά στρώματα, έχει χαθεί νομίζω το πανάρχαιο αυτό ήθος. Ίσως να το συναντάς στα νησιά. Είναι ένα ήθος ζυμωμένο με το λαό, πού το συναντάς σε κάποιες γυναικούλες, γριούλες, σε λαϊκούς και σε κληρικούς ακόμη, όπως είναι ο π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, τέτοιοι.
Αυτό πού είδα στην Κύπρο μου έκανε τεράστια εντύπωση. Ρώτησα μια γριούλα: «Πότε ήρθες από το χωριό;». Λέει: «Από που είσαι, πάτερ;». Λέω: «Από τη Σερβία». Λέει: «Εγώ είμαι από το τάδε χωριό».
Έτσι όπως ήταν, φαινόταν και στο φέρσιμο και στην ενδυμασία και στην έκφραση του προσώπου και στη συμπεριφορά. Και κατάλαβα πως ή Εκκλησία είναι πραγματικά ένα εργαστήριο, ένα χωνευτήρι, πού κτίζει, πού δημιουργεί, πού ζυμώνει με την αυτή ζύμη τους λαούς ανεξαρτήτως της περιοχής και γλώσσης και των εθνικών ιδιομορφιών, κλπ.). Ή Εκκλησία αφήνει μια σφραγίδα στον άνθρωπο, χωρίς να το καταλαβαίνει ότι είναι ορθόδοξος.
Μου έλεγαν για κάποιον καλλιτέχνη μας πού είναι τελείως εκκοσμικευμένος και δεν έχει καμία σχέση με την εκκλησία, τι είχε κάποια έκθεση ζωγραφικής στη Σουηδία. Κάποιος από τους εκεί καλλιτέχνες τον ρωτούσε: «Εσείς πως έχετε την Βυζαντινή υφή μέσα στα έργα σας;».
— Δεν έχω καμία σχέση με την Βυζαντινή τέχνη, λέει.
Δεν ασχολήθηκα ποτέ!
— Από που είσαι; ρώτησε.
— Από τη Σερβία
— Σε ποια θρησκεία ανήκεις;
— Δεν ανήκω σε καμία θρησκεία.

— Καλά εσύ. ο πατέρας σου όμως;
— Είναι ορθόδοξος Σέρβος.
Μολονότι ήταν εκκοσμικευμένος, ο καλλιτέχνης διατηρούσε μέσα στο υποσυνείδητο του ότι είχε πάρει το μάτι του περνώντας από τα μοναστήρια. Και αυτό τον σημάδεψε.
Το ίδιο παρατήρησα και στη Μολδαβία πού δεν υπέστη δυτική επίδραση από τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Ουνίτες, όπως ή Τρανσυλβανία.
Το ίδιο και στο Μαυροβούνι. Σάς λέω: γυναίκες στην Κύπρο είναι σαν να τις έχεις μεταφυτέψει από το Μαυροβούνι. Είναι ένα πράγμα μυστήριο. Το Μυστήριο της Εκκλησίας και του έργου της μέσα στους λαούς.
Το ίδιο είδα και στην Ελλάδα, εκεί πού ήμουν εφημέριος. Αυτές οι γριούλες του χωρίου μου έμαθαν πολλά πράγματα. Θυμάμαι μια γριούλα από τα Σπάτα. Είχα πάει να την εξομολογήσω και να την κοινωνήσω. Ήταν άρρωστη ή καημένη! Έκανε πολλή χαρά πού πήγα. Μου έλεγε: «Πάτερ, πολύ σ' ευχαριστώ πού μου έφερες την Θεία Κοινωνία. Ξέρεις, τα Μυστήρια είναι ή προίκα της Εκκλησίας». Άκου! Και την ίδια σχεδόν έκφραση βρήκα στον Νικόλαο Καβάσιλα.
Θα σας ειπώ ένα άλλο γεγονός πού φανερώνει την πηγαία πίστη του λαού. Ήμουν στο 4ο ή 5ο έτος της Ιερατικής Σχολής. Είχα πολλές δυσκολίες και περνούσα μια σοβαρή κρίση. Την εποχή αυτή είχα πάει να επισκεφθώ την αδελφή μου, πού είναι παντρεμένη σε ένα άλλο χωριό. Ήταν μακριά και είχα πάει με το άλογο. Επιστρέφοντας συναντώ έναν χωρικό από την Άνω Μόρατσα και τον χαιρετώ με τον χαιρετισμό: «Ό Θεός βοηθός». Λαϊκός χαιρετισμός στη Σερβία, στον οποίο άπαντα ο λαός: «ο Θεός και σένα να βοηθήσει». Του έκανε εντύπωση ο χαιρετισμός μου. Νέος άνθρωπος να χαιρετά έτσι! Μου απάντησε: «ό Θεός να σε βοηθήσει» και με ρώτησε: «Δε μου λες, από που είσαι;».
— Είμαι από την Κάτω Μόρατσα, είπα.
— Που πήγες;
— Έχω εδώ την αδελφή μου παντρεμένη και πήγα να την ιδώ.
— πως λέγεται ο πατέρας σου; μου λέει.
— Είναι ο Τσίρο.
— Δε μου λες, σε παρακαλώ, λέει, τι έγινε μ' εκείνο το παιδί πού είχε πάει να γίνει παπάς;
— Καλά είναι, λέω. Εδώ είναι τώρα και σας μιλάει. Δεν θα το ξεχάσω εκείνο το πράγμα. Σταμάτησε ο άνθρωπος, τον έπιασαν τα κλάματα. Λέει:
— Παιδί μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού πού με αξίωσε να σε ιδώ σήμερα. Ας είναι ευλογημένος και ο πατέρας σου πού σ' έστειλε να πάρεις αυτό το δρόμο. Για μένα, πίστεψε με, είναι ή μεγαλύτερη μέρα της ζωής μου, πού σε είδα σήμερα.
Κι' άρχισε κι έκλαιγε ο άνθρωπος.


Τις ημέρες εκείνες είχα μια κρίση, ένοιωθα μια τρομακτική πίεση. Είχα μια αναστάτωση. Νόμιζα ότι όλοι ήσαν εναντίον μου, ότι όλοι με υποβλέπουν. Άλλα αυτή ή σκηνή μοβ έχει μείνει. Να βρεις έναν άνθρωπο με τέτοια πίστη! Εγώ προχώρησα κι αυτός συνέχισε να εύλογη Λέει ή Γραφή: «Τέτοια πίστη δεν βρήκα ούτε στον Ισραήλ». Αυτό δείχνει μια άλλη περίπτωση πού συνέβη όταν πήγα στο 40ήμερο μνημόσυνο του πατέρα μου (πέθανε το 1977). Περνώντας από το δρόμο συνάντησα μια χωρική 50-55 ετών. Ήταν ερημιά και της είπα:
— ο Θεός μαζί σας.
— Καλημέρα, μου άπαντα.
— Τι κάνεις; της λέω.
— Καλά, λέει. Εσύ είσαι του Τσίρου ο γιος;
— Ναι!
— Με γνωρίζεις εμένα; Είμαι του τάδε αδελφή πού είσαστε κουμπάροι. και συμπληρώνει: Πότε θα έλθεις εδώ
σ' εμάς;
— Τι να κάνω εγώ εδώ, λέω. Τον Θεό δεν τον πιστεύετε, τον παπά δεν τον σέβεστε. Εγώ χωρίς Θεό δεν μπορώ
να ζήσω.
— Όχι κι έτσι!
— πως δεν είναι έτσι!
— Δεν είναι έτσι.


Κοίταξε λίγο γύρο, να δει ότι δεν είναι κανείς και λέει:
— Να ξέρης, προσεύχομαι εγώ στο Θεό, αλλά εγώ ξέρω που και πότε θα προσευχηθώ. Δεν θέλω μπροστά σ' αυτά τα σκυλιά, να κοροϊδεύουν τον Θεό κι' εμένα. Αλλά ξέρεις, χωρίς το Θεό, χωρίς την πίστη στο Θεό, δεν θα υπήρχα σήμερα και δεν θα μιλούσα μαζί σου.


Και πιστέψατε: Ή γυναίκα αυτή δεν έχει πατήσει στην εκκλησία από το 1945, αλλά την έχει κρύψει μέσα της. Μαυροφορούσε. Ήταν σαν καλόγρια. Αυτή ή πίστης κρυμμένη μέσα της.


Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ζει Κύριος ο Θεός; Ή ζωντανή πίστης. Αυτή δεν μπορεί να σβήσει από την ψυχή του λαού.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΌΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΕΤΟΣ 1988. 
ΑΡΙΘΜΟΣ 13. ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.


Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΟΦΕΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ;




Επειδή πολλοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί ρωτούν για το επερχόμενο Ψυχοσάββατο 2017 ( Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017 , απόγευμα, στον Εσπερινό και Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017 ( Επίσης, σε μερικές Μητροπόλεις κάνουν κόλλυβα και μνημονεύουν τους κεκοιμημένους και αυτό το διήμερο, Παρασκευή/Σάββατο 24/02 και 25/02, καθώς και την επόμενη Παρασκευή/Σάββατο 4 και 5 Μαρτίου 2017 κάνουμε κόλλυβα για την εορτή των Αγίων Θεοδώρων. Τέλος, παραμονή της Πεντηκοστής , το πρωί στη Θεία Λειτουργία, το δεύτερο της Πεντηκοστής είναι το διήμερο Παρασκευή- Σάββατο 2 και 3 Ιουνίου 2017 ) – καλό θα ήταν να ετοιμάσουμε και κόλλυβα και πρόσφορο υπέρ των ψυχών και να προσφέρουμε υπέρ αναπαύσεως τους έστω και ένα μικρό ποσό στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή ) που τελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία μας για όλους τους κεκοιμημένους αδελφούς μας , παραθέτουμε ένα ενημερωτικό κείμενο του μακαριστού, ομότιμου καθηγητή της Θεολογίας του ΑΠΘ, κ. Σ. Σάκκου, από την ιστοσελίδα της Απολύτρωσις. Θεωρούμε τις προσευχές για τους κεκοιμημένους, τους νεκρούς μας ( είτε στη Θεία Λειτουργία, είτε στα μνημόσυνα, είτε στα τρισάγια, είτε στα ψυχοσάββατα ) ΥΨΙΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΑΓΑΠΗΣ προς τους αδελφούς που δεν είναι πια μαζί μας. Και θεωρούμε μεγάλο ατόπημα των χιλιάδων αιρέσεων και παραθρησκειών που αρνούνται τις προσευχές για τους κεκοιμημένους, με σχολαστικισμό ! Τι κρίμα είναι να αφήνουν τους νεκρούς τους αβοήθητους, χωρίς προσευχές ! Τι κρίμα, τι φοβερό είναι να πεθαίνουν και να μένουν χωρίς τις προσευχές των ζώντων !



Τα Ψυχοσάββατα


Μεσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.

Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.

Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.

Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.

Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης ) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.

Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα : Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της Επουράνιας Βασιλείας Του.

Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:

* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.

* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.

* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.

* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.

Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο: « Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».

Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κο 5,14).

Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας.

Στέργιος Ν. Σάκκος


Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ - ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ († ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ)

 

† ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ 

Ο Άγιος Χαράλαμπος



Ο ιερεύς της Μαγνησίας

Ο Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυς και θαυματουργός, γεννήθηκε στην Μαγνησία το 90 μ.Χ. περίπου και μαρτύρησε στα χρόνια των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης. Η Μαγνησία αυτή κατά πάσαν πιθανότητα ήτανε στη Θεσσαλία. Τα ερείπιά της σώζονται ακόμη κοντά στο χωριό που λέγεται «Μηλιές». Είχε το ευτύχημα να γεννηθή από γονείς ευσεβείς χριστιανούς που κρατούσανε την πίστι τους στο Χριστό με κίνδυνο της ζωής τους στους δύσκολους, αλλά ηρωικούς εκείνους χρόνους των διωγμών.

Στην Μαγνησία έζησε όλη του την ζωή ο Άγιος Χαράλαμπος. Εκεί σαν νέος, ήτανε φωτεινό παράδειγμα συνετής ζωής. Αργότερα η πίστις του στο Χριστό έγινε πιο φλογερή και η επιθυμία του να βοηθήση τους Χριστιανούς και τους ειδωλολάτρες, να σωθούνε, πιο μεγάλη. Δεν μπορούσε να ησυχάση, όταν σκεπτότανε, ότι υπάρχουν άνθρωποι μακρυά από το Χριστό, που δεν ξέρουν ποιος είναι ο προορισμός τους και γιατί ζουν εδώ στη γη.

Είναι κρίμα, έλεγε, είναι τρομερό, είναι αδιανόητο να ζούνε οι άνθρωποι στην πλάνη της ειδωλολατρείας και να πάνε κατόπιν στην Κόλασι.

Αφιερώθηκε, λοιπόν, εις την υπηρεσία του Χριστού. Έγινε ιερέας το 130 μ.Χ. Από την θέσι του τώρα αυτή, από το θείο αυτό αξίωμα της Ιερωσύνης, ανέλαβε τον μεγάλον αγώνα, αφ’ ενός ν’ ανοί­ξη τα μάτια του κόσμου και να δουν τον κίνδυνον από την ειδωλολατρικήν πλάνην και αφ’ ετέρου ν’ αγιάζη με τα μυστήρια τους πιστούς και να τους οδηγή στην τελειότητα. Μπροστά σε Χριστιανούς και ειδωλολάτρες, άρχισε τα φλογερά χριστιανικά κηρύγματά του. Καίτοι σ’ όλη του τη μακρά ζωή — έζησε 113 χρόνια — έγιναν πολλοί διωγμοί των Χριστιανών και αυτός ποθούσε το μαρτύριο, και δεν ελάμβανε κανένα μέτρο, εν τούτοις επέζησε, διότι ο Θεός τον εφύλαττε γι’ αργότερα. Εμαρτύρησε το 202 μ.Χ.



Γαλήνιος μπροστά στον οργισμένο άρχοντα.

Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήτανε ένας ασεβής και χριστιανομάχος, ο Σεβήρος (193-211 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας αυτός και τα γράμματα αγαπούσε και τις τέχνες υποστήριζε και λαμπρές υπηρεσίες στη νομοθεσία προσέφερε. Μένει όμως εις αίσχος και εντροπήν του το ότι, όχι μόνο τον Χριστιανισμό δεν μπόρεσε να εννοήση, αλλά και τους Χριστιανούς σκληρά τους κατεδίωξε. Είχε κηρύξει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις είχε διορίσει ηγεμόνες ειδωλολάτρες και είχε δώσει αυστηρές διαταγές. Όποιος ήτανε Χριστιανός, όποιος καταφρονούσε τα είδωλα, όποιος δεν ακολουθούσε τις διαταγές του, τον περίμεναν σκληρά βασανιστήρια και φρικτός θάνατος.

Ηγεμόνας στην περιοχή εκείνη της Μαγνησίας, που ζούσε ο Άγιος Χαράλαμπος, ήτανε τότε ένας κακόψυχος και θηριόψυχος, Λουκιανός ονομαζόμενος. Αυτός σκόρπιζε γύρω του την απειλή και την φοβέρα. Μόλις μάθαινε, ότι σε κάποια πόλι ή επαρχία υπήρχαν Χριστιανοί και ότι καταφρονούσαν τα είδωλα, έτρεχε εκεί μανιασμένος. Μάζευε τους Χριστιανούς και τους φυλάκιζε. Έπειτα άρχιζαν τα βασανιστήρια. Πλημμύριζαν με το αγνό τους αίμα οι πλατείες, οι χώροι συγκεντρώσεων, τα στάδια και οι δρόμοι.

Όταν έμαθε ο ηγεμόνας Λουκιανός την χριστιανική δραστηριότητα του Ιερέως Χαραλάμπους, ωργίσθηκε πολύ. Έξαλλος από το κακό του, έστειλε στρατιώτες στην Μαγνησία να τον συλλάβουν και να τον φέρουνε μπροστά του. Πράγματι οι απεσταλμένοι του Λουκιανού φέρανε σιδηροδέσμιο τον γέροντα κληρικό μπροστά στον ηγεμόνα. Ήτανε τότε υπέργηρος. Εκατόν δέκα τριών (113) ετών.

Ο ηγεμόνας τον κοίταξε με βλοσυρό και άγριο βλέμμα, και τον ρώτησε απειλητικά:

— Γιατί, Γέροντα, καταφρονείς και παραβαίνεις τις βασιλικές διαταγές; Και γιατί μιλάς εναντίον των θεών μας;

— Εγώ, του απήντησε ο Άγιος, υπακούω και υποτάσσομαι στον Βασιλέα των Ουρανών, τον Χριστόν μου. Γονατίζω ευλαβικά στα δικά Του προστάγματα, γιατί ξέρω πως είναι ποτισμένα με δικαιοσύνη, με αγάπη και σωτηρία της ψυχής. Ο δικός σας βασιλεύς διατάζει παράλογα πράγματα. Σας προστάζει να προσκυνάτε Θεούς αναίσθητους, νεκρά στοιχεία, είδωλα άψυχα. Σας νεκρώνει την ζωή και σας σκοτώνει την ψυχή. Ο ιδικός μου Βασιλεύς, ο Χριστός, μας οδηγεί στην λύτρωσι, στην αιωνία ζωή. Όποιος ζητήση με θερμή προσευχή και πίστι την δύναμίν Του, γίνεται και αυτός ισχυρός. Με την δύναμί Του γίνεται δυνατός. Με την δύναμί Του, εξαφανίζονται οι αρρώστειες και συντρίβονται οι δαίμονες...

— Φθάνει, Γέροντα... αρκετά! Δεν έχω όρεξι ν’ ακούω τις ανοησίες σου. Το κήρυγμά σου, κράτησέ το για άλλους. Εγώ ένα έχω να σου πω. Κι’ αυτό είναι το συμφέρον σου. Προσκύνα τα είδωλα, γιατί έτσι μονάχα θα μπορέσης να γλυτώσης τα βασανιστήρια, που σε περιμένουν... Τ’ ακούς, ξεροκέφαλε;

Ο Άγιος χαμογέλασε και του είπε:

— Κακώς νόμισες, ότι έναν ιερέα του Χριστού θα τον τρομάξουνε οι φοβέρες για βάσανα και θάνατο. Εγώ έπρεπε να είχα κοιμηθή προ πολλού. Και εάν με θανατώσης, θα μου δώσης εκείνο, που περιμένω. Άλλωστε ημείς οι Χριστιανοί τα βάσανα και το θάνατο δεν τα αποφεύγομε, αλλά τα θέλουμε και τα ποθούμε. Γιατί ημείς είμεθα εξοικειωμένοι με τους αγώνες και τους πολέμους και όπως οι γενναίοι στρατιώτες, δεν επιθυμούμε τον ήσυχο θάνατο της κλίνης, αλλά τον δοξασμένο της μάχης.

— Είσαι γέροντας και λυπούμαι τα γεράματά σου, να σε βάλω σε βασανιστήρια, είπε ο Λουκιανός.

— Ας είμαι γέροντας. Μη με λυπάσαι καθόλου. Αλλά να μάθης, ότι στους ιδικούς μας αγώνας το παν είναι η ψυχή. Αυτή δεν γηράσκει με την ηλικία. Αμφιβάλλεις, Έπαρχε, γι’ αυτό; Δοκίμασε. Και θα δης, ότι οι δήμιοί σου θα κουρασθούνε και ο ιερεύς Χαράλαμπος, με την χάριν του Χριστού, δεν θα τους πη να τον λυπηθούνε. Άλλωστε, χωρίς στερήσεις, χωρίς υπομονή και χωρίς βάσανα, πως θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών; Αυτά, άρχοντά μου, τα βάσανα, μας ανοίγουν τις πόρτες της αιωνίου ευτυχίας. Υπάρχει καλλίτερο από τα βάσανα; Αυτά μας φέρνουνε κοντά στον Χριστό μας. Γιατί, λοιπόν, να τ’ αποφεύγουμε; Έπειτα όλα αυτά περνούν τόσο γρήγορα!



Τον γδέρνουν!

Έπειτα από την σταθερή αυτή απάντησι το συμβούλιο των αρχόντων τα έχασε. Του φέρανε όμως μπροστά του όλα τα σύνεργα των βασανιστηρίων, για να τον φοβίσουν και για να τον κλονίσουν. Του τα δείξανε ένα προς ένα. Του είπανε, πώς σχίζονται με αυτά οι σάρκες, πώς τσακίζονται τα κόκκαλα και πώς βγαίνουν τα νύχια. Ο Άγιος τα κοίταζε με αδιαφορία και απάθεια.

— Ξεροκέφαλε, του λέγει ο Έπαρχος, μη σκέ­φτεσαι καθόλου. Θυσίασε στους μεγάλους θεούς μας. Το καταλαβαίνεις;

— Αυτό, τους αποκρίθηκε, δεν θα γίνη ποτέ. Δεν είμαι ανόητος να ζητώ την καταστροφή μου. Δεν πουλάω την ψυχή μου στον Σατανά. Μια ζωή ολόκληρη προσφέρω θυσία στο Χριστό και τώρα να την προσφέρω στο Σατανά; Θεός φυλάξοι!

Από τα λόγια του αυτά οι άρχοντες των ειδωλολατρών αγριέψανε και γίνανε θηρία. Οργή και μίσος απάνθρωπον και κακία απερίγραπτος φούντωσε στις καρδιές τους. Διέταξαν αμέσως να γδάρουν τον υπέργηρον Ιερέα του Υψίστου ζωντανόν! Δεν λυπηθήκανε οι αλητήριοι τα βαθειά γηράματά του. Δεν σεβαστήκανε τα 113 του χρόνια!

Τον γύμνωσαν αμέσως, του πετάξανε καταγής την ιερή στολή του και αρχίσανε το απάνθρωπο γδάρσιμο. Αρχίσανε από την κεφαλήν και κόβανε και χωρίζανε το δέρμα από τις σάρκες. Ο πόνος ήτανε φοβερός, τρομερός, αβάστακτος. Ο Άγιος όμως σφίγγει τα δόντια του. Κρατάει γερά. Προσεύχεται και λέγει:

— Θεέ μου, Σε ευχαριστώ, διότι μου έκανες την μεγάλην τιμήν και μου έδωσες την περιπόθητη ευκαιρία να καταταγώ μεταξύ των Μαρτύρων. Θεέ μου βοήθησέ με. Δος μου υπομονή να μείνω πιστός. Σας ευχαριστώ και σας, παιδιά μου, που μου βασανίζετε το σώμα. Μ’ αυτό, που κάνετε, μου χαρίζετε την ευτυχία της ψυχής και την ατελείωτη χαρά της Βασιλείας του Θεού.

Ενώ όμως έλεγε αυτά ο Άγιος, όλοι όσοι τον βλέπανε (οι στρατιώτες, οι δούλοι, οι βασανισταί και οι άρχοντες), μένανε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσανε να καταλάβουνε ποιο ήτανε εκείνο που μέσα σ’ αυτόν τον μεγάλο πόνο, έδιδε στον Μάρτυρα τόση δύναμι και τόση ευτυχία. Δύο μάλιστα δήμιοι, που τον γδέρνανε, ο Πορφύριος και ο Βάπτος, όταν είδανε την υπομονήν του Μάρτυρος, για να κερδίση την Βασιλεία του Θεού, πιστέψανε. Πετά­ξανε τα μαχαίρια και φωνάξανε:

— Είμαστε και ημείς Χριστιανοί! Φιλούσανε έπειτα τον Άγιο και του ζητούσανε να τους συγχω­ρέση.

Ο Έπαρχος τότε διέταξε και τους απεκεφάλισαν. Με χαρά το δέχτηκαν. Τότε και τρεις γυναίκες είπανε δυνατά:

— Και εμείς πιστεύουμε στο Χριστό !

Χαρούμενες και αυτές μαρτυρήσανε για το Χριστό. Η Εκκλησία τους γιορτάζει και τους 5 την 10ην Φεβρουαρίου μαζί με τον Άγιον Χαράλαμπον.



Στομώνουν οι χειράγρες

Του είχανε γδάρει το κεφάλι οι δυο δήμιοι, που μαρτυρήσανε. Οι άλλοι, που τους διεδέχθησαν, αρπάξανε τις χειράγρες. Αυτές ήσανε κάτι σαν σιδερένια χέρια με μυτερά νύχια. Αρχίσανε λοιπόν μ’ αυτές, απάνθρωπα να τους ξεσχίζουν τις σάρκες. Τρομερό το μαρτύριο. Ο Άγιος παρέμεινε προσευχόμενος.

Ξαφνικά όμως, συνέβη κάτι το περίεργο και θαυμαστό: Οι χειράγρες, τα σατανικά δηλ. όργανά τους, με τα οποία τραβούσανε λωρίδες από το κορμί του Αγίου, στομώσανε! Δεν μπορούσανε να σχίσουν το δέρμα και τις σάρκες του Αγίου! Τότε οι βασανισταί λέγανε κατάπληκτοι:

— Τί συμβαίνει; Μήπως αυτός εδώ είναι ο ίδιος ο Χριστός και ήλθε να μας τιμωρήση; Μήπως ο Θεός, που πιστεύει ο Χαράλαμπος, είναι αληθινός και γι’ αυτό στομώνει τις χειράγρες;

Τότε ένας δούκας, που άκουσε αυτές τις συζητήσεις, θύμωσε πολύ. Σηκώθηκε και βρίζοντας στρατιώτες, δούλους και βασανιστάς, τους είπε:

— Είστε χαμένοι, είστε παράλυτοι, είστε ανίκανοι, τρέμουνε τα χέρια σας... Τώρα θα του δείξω εγώ... Αρπάζει αμέσως, αυτός μόνος του, τις χειράγρες και μανιασμένος θέλησε να τις μπήξη στο γέρικο υπεραιωνόβιο και ασκητικό κορμί του Ιερομάρτυρα. Ο Θεός όμως, για να ενισχύση την πίστι του Αγίου και για να του δείξη, ότι βρίσκεται κοντά του και παρακολουθεί τους πόνους του, έκαμε το θαύμα Του. Κόπηκαν αμέσως τα χέρια του δούκα από τους αγκώνας και κάτω και μείνανε κολλημένα με τις χειράγρες στο σώμα του Αγίου! Τρομαγμένος τότε ο δούκας, πονώντας και αυτός αφόρητα, έπεσε χάμω, φωνάζοντας, κλαίγοντας και λέγοντας:

— Βοηθήστε με. Αυτός εδώ είναι επικίνδυνος. Μου έκοψε τα χέρια. Σώστε με... Σώστε με. Βοηθήστε με... Είναι μάγος...

Τότε ο ηγεμόνας πλησίασε και σαν είδε τα χέρια του δούκα κρεμασμένα από το σώμα του Μάρτυρα, από το κακό του έγινε έξω φρενών και έφτυσε τον Άγιο στο πρόσωπο. Ο Θεός όμως του το έδωσε και αυτού αμέσως το θαύμα. Στράβωσε αμέσως ο λαιμός του και κύτταζε τώρα το πρόσωπό του προς την πλάτη του! Ήτανε ο δυστυχής ένα ελεεινό και αξιολύπητο θέαμα.

Ο λαός της Μαγνησίας, που έβλεπε αυτές τις τιμωρίες του Θεού φοβήθηκε και παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:

— Σταμάτα, σε παρακαλούμεν, Άγιε, την οργήν του Κυρίου. Μην ανταποδίδης κακόν αντί κακού. Αλλά όπως λέγει ο Χριστός, ευεργέτησε εκείνους, που σε μισούν.

— Ζη Κύριος ο Θεός μου, αποκρίθηκε ο Άγιος. Σας βεβαιώ, δεν το κάνω εγώ από κακία, αλλά τους τιμωρεί ο Κύριος, διότι είναι κακοί και ασεβείς. Το κάνει ο Κύριος ακόμη και διότι θέλει να τα βλέπετε σεις και να γίνουν παράδειγμα, για σας. Θέλει να Τον πιστέψετε, να Τον ακολουθήσε­τε και να σας δώση την αιώνια ζωή και Βασιλεία.

Το πλήθος τότε φώναξε συγκινημένο προς τον Κύριο, λέγοντας:

— Μην κάνης να χαθούμε, Δέσποτα. Αλλά συγχώρησέ μας σε ό,τι Σου φταίξαμε. Τότε πολλοί από αυτούς, που είδανε με τα μάτια τους τη Δύναμι του Θεού και τα θαύματα, πιστέψανε. Αλλά και ο δούκας τώρα παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:

— Άγγελε του Θεού και ουράνιε άνθρωπε, βοήθησέ με τον ταλαίπωρον. Εγώ υποφέρω από πόνους τρομερούς, αλλά και συ έχεις επάνω σου το βάρος των κομμένων χεριών μου. Γιάτρεψέ με σε παρακαλώ, για να απαλλαγώ εγώ από τους πόνους και συ από το βάρος. Σου υπόσχομαι, ότι αν γιατρευθώ, θα πιστέψω στον δικό σου τον Θεό. Ο Άγιος τον λυπήθηκε και προσευχήθηκε στον Κύριο ως εξής:

— Σε ευχαριστούμεν, Δέσποτα, διότι πάντοτε μας προστατεύεις. Ίδε τώρα την ταπείνωσιν των πεπεδημένων δούλων Σου και λύσε τους από τα αόρατα αυτά δεσμά, εις δόξαν του Αγίου Ονόματός Σου.

Μόλις είπεν τα λόγια αυτά, ακούστηκε από τον Ουρανό φωνή, που του έλεγε:

—Χαίρε, αθλητά Χαράλαμπε, συνόμιλε των Αγγέλων και ομότροπε των Αποστόλων. Ήκουσα την δέησίν σου και δίδω την ίασιν εις τους ασεβείς.

Αυτοστιγμεί τότε γιατρεύτηκαν όλοι, όσοι τιμωρήθηκαν! Ο δούκας που του αποκαταστάθηκαν τα χέρια του σαν πρώτα, πίστεψε στον Χριστό και βαφτίστηκε. Και ο ηγεμόνας που επανήλθε το πρόσωπό του στη θέσι του, σταμάτησε τον διωγμό κατά των Χριστιανών μέχρις ότου αναφέρει τα γενόμενα στον βασιλέα.

Ο Άγιος μεταφέρθηκε εν συνεχεία στο σπιτάκι του. Αυτό το σπίτι του έγινε προσκύνημα. Πηγαίνανε οι κάτοικοι της Μαγνησίας και των περιχώρων και τον βλέπανε. Κατάκοιτος και εξαντλημένος από όσα έπαθε, από το κρεββάτι του, τους δίδασκε τι πρέπει να κάνουν, για να σωθούνε. Εξωμολογούντο τις αμαρτίες τους. Αλλά και πολλοί ειδωλολάτρες πιστεύανε και εβαπτίζοντο.

Τότε, μετά το μαρτύριό του, ο Άγιος έκανε πολλά θαύματα και πολλές θεραπείες ασθενών. Τυφλοί αναβλέπανε, κουτσοί περιπατούσανε, δαιμονιζόμενοι απαλλάσονταν από τα δαιμόνια και βρί­σκανε γαλήνη. Και πολλές άλλες αρρώστειες με την ευχή του Αγίου εξαφανιζόντανε. Ακόμη και αναστάσεις νεκρών έγιναν με την προσευχή του Αγίου.



Καρφιά στη ράχη του

Ο ηγεμόνας όμως βλέποντας αυτά τα θαυμάσια, σηκώθηκε και πήγε μόνος του στο βασιληά. Του ανέφερε καταλεπτώς δια τον Άγιο όλα όσα συνέβησαν. Ο ασεβής Σεβήρος, αντί να πιστέψη, μόλις τ’ άκουσε, άναψε από τον θυμό του και έλεγε:

— Γιατί αμελείτε θεοί αιώνιοι, και δεν εξολοθρεύετε από προσώπου της γης αυτούς τους ασεβείς, που σας υβρίζουνε, και σας εμπαίζουνε;

Αμέσως κατόπιν έστειλε αρκετούς στρατιώτες με την διαταγή να καρφώσουν σ’ όλη τη ράχη του Μάρτυρος καρφιά κατόπιν να τον σύρουν από την Μαγνησία σε κάποια άλλη πόλι, Αντιόχεια ονομαζομένη. Δεν φαίνεται να ήταν η μεγάλη Αντιόχεια της Συρίας, διότι ήτανε πολύ μακρυά. Κατά δε την αρχαιότητα υπήρχαν και άλλες είκοσι οκτώ πόλεις, που έφεραν το όνομα Αντιόχεια.

Πράγματι! Πήγανε οι στρατιώτες και μπήξανε τα καρφιά με πολλή σκληρότητα και ασπλαχνία στο σώμα του Μάρτυρος. Κατόπιν τον δέσανε από την μεγάλην γενειάδα του και τον τραβούσανε αλύπητα οι απάνθρωποι, χωρίς καθόλου να σκεφθούν τα βαθειά γεράματά του.



Στην φωτιά να τον κάψουν

Έπειτα από αυτό οι στρατιώτες φοβηθήκανε και πήγανε τον Άγιο με άνεσιν στην Αντιόχεια. Δεν θελήσανε όμως και να παραβούν το πρόσταγμα του άρχοντός των.

Αλλά ο διάβολος μετασχηματίστηκε σαν γέροντας και φάνηκε στον Σεβήρο λέγοντας:

— Αλλοίμονό σου, βασιλεύ. Εγώ είμαι ο βασιλεύς των Σκυθών και ήλθε στην πατρίδα μου ένας μάγος, που τον λένε Χαραλάμπη, αυτός μου πήρε όλους τους στρατιώτες και ήλθα να σου το πω για να φυλαχθής να μη πάθης και συ το ίδιο.

Αυτό τον εξαγρίωσε τον Σεβήρο εναντίον του Αγίου. Γι’ αυτό όταν φέρανε μπροστά του τον Άγιο διέταξε να του καρφώσουν στο στήθος μια μεγάλη σούβλα. Κατόπιν να φέρουν ξύλα, ν’ ανάψουν φωτιά και να καίνε τον Άγιο, ώσπου να ξεψυχήση.

Περάσανε λοιπόν τη σούβλα στον Άγιο και επί πολλή ώρα τον καίγανε, αλλά δεν έπαθε τίποτε ο Άγιος, διότι η φωτιά έσβυσε. Ο Άγιος λες και ξανάνοιωσε. Στεκότανε ευθυτενής και ροδοκόκκινος.

Τότε ο βασιλεύς είπε να τον λύσουν και να τον πάνε κοντά του. Πράγματι τον λύσανε. Και ο βασιλεύς, δια να δικαιολογηθή του είπε:

— Σου τα έκαμα αυτά τα μαρτύρια από φόβο διότι μου είπε ο βασιλεύς των Σκυθών ότι είσαι μεγάλος μάγος... Σε παρακαλώ να μην μνησικακήσης εναντίον μου και σε ό,τι σε ερωτήσω να μου απηντήσης. Πες μου πρώτα πόσων χρονών είσαι.

— Εκατόν δέκα τριών χρονών, του απάντησε ο Άγιος.

— Αφού λοιπόν τόσα χρόνια έζησες, πώς δεν έχεις λίγο μυαλό να γνωρίσης τους αθανάτους θεούς, παρά κάθεσαι και προσκυνάς τον Χριστόν, σαν να είσαι ανόητος;

— Επειδή, του αποκρίθηκε ο Άγιος, τόσα πολλά χρόνια έζησα, εγνώρισα την Αλήθεια και προσκυνώ τον Αληθινό Θεό, τον Παντοδύναμο και Πα­νοικτίρμονα!



Τα δύο θαύματα

— Άκουσα, λέγει ο βασιλεύς, ότι μπορείς και νεκρούς ν’ αναστήσης.

— Αυτό, του απήντησε, μόνον ο Δεσπότης — Χριστός μπορεί να το κάμη, όχι άνθρωπος. Τότε ο Σεβήρος διέταξε και φέρανε εκεί ένα δαιμονισμένο, που βασανιζότανε ο δυστυχής από τον σατανά 36 χρόνια. Όταν αυτός έφθασε κοντά στον Άγιο, λες και καιγότανε από φωτιά, πονούσε τρομερά, γι’ αυτό φώναζε ο δαίμονας:

— Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, μη με βασανίσης, αλλά ειπέ ένα λόγο και βγαίνω. Και αν θέλης να διατάξης, θα σου πω, διατί μπήκα σε αυτόν τον άνθρωπον.

— Λέγε, ακάθαρτο πνεύμα, του είπε ο Άγιος.

— Αυτός, είπε το πονηρόν πνεύμα, έκλεψε τα πράγματα του γείτονά του και κατόπιν εσκότωσε τον κληρονόμον του. Και αφού τον βρήκα σε τέτοια αμαρτία, μπήκα μέσα του και τον βασανίζω τώρα 36 χρόνια.

Τότε ο Άγιος επετίμησε τον δαίμονα και εξήλθε.

—Πραγματικά, Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, είπε θαυμάζοντας ο βασιλεύς. Έπειτα από τρεις ημέρες, απέθανε κάποιος νέος. Και ο βασιλεύς λέγει στον Άγιο:

—Ανάστησέ τον αυτόν τον νεκρόν αν μπορής.

Ο Άγιος για να δοξασθή το όνομα του Θεού, έκαμε πολλή προσευχή και αναστήθηκε ο νεκρός. Αυτό έκαμε μεγάλη κατάπληξιν σε όλους και πολλοί από τον όχλον πιστέψανε στον Χριστό. Ο πορωμένος όμως έπαρχος Κρίσπος είπε στον βασιλέα:

—Θανάτωσέ τον επί τέλους αυτόν τον άνθρω­πον, γιατί με τις μαγείες του κάνει αυτά τα τερατουργήματα.

Αμέσως τότε ο Σεβήρος άλλαξε γνώμην και λέγει προς τον Μάρτυρα.

— Θυσίασε, Χαράλαμπε, στους θεούς για ν’ απαλλαγής από τα βασανιστήρια.

— Όσο περισσότερο με βασανίσης, του είπε ο Άγιος, τόσο περισσότερο ευφραίνεται η ψυχή μου.

Τότε εξεμάνη ο βασιλεύς και διέταξε να του συντρίψουν με πέτρες τις σιαγόνες, και να κάψουν με λαμπάδες την γενειάδα και το πρόσωπόν του. Το πυρ όμως λες και είχε λογική, πήδησε και έκαψε όσους στεκόντουσαν κοντά.

Θαυμάζοντας με αυτά, που έβλεπε, ρωτούσε τους γύρω του άρχοντας ο βασιλεύς ποιος είναι ο Χριστός, που κάμνει τέτοια τερατουργήματα. Ο Κρίσπος, που ήταν έπαρχος είπε περιφρονητικά:

—Γεννήθηκε από μια γυναίκα, που την λέγανε Μαρία, ανύπαντρη και αμαρτωλή...

—Μη βλασφημάς έπαρχε, του είπε ο Αρίσταρχος, διότι εσύ δεν ξεύρεις από τέτοια μυστήρια.



Οι τύραννοι αιωρούνται

Τότε ο βασιλεύς μανιασμένος, γιατί δεν μπορούσε να κάμη τίποτε στον Άγιο γύρισε προς τον ουρανό και έρριχνε βέλη επάνω στον αέρα λέγοντας.

— Κατέβα, Χριστέ, αν είσαι Θεός στη γη να πολεμήσουμε. Τότε όμως έγινε μεγάλος σεισμός. Φόβος και τρόμος κατέλαβε όλους. Από το σεισμό φαινότανε ο ουρανός ότι εσεί­ετο σαν ένα δένδρο. Αστραπές και βροντές μεγάλες ηκούοντο και αίφνης ο βασιλεύς Σεβήρος και ο έπαρχος Κρίσπος κρεμαστήκανε ψηλά στον αέρα. Φώναζε δε τότε ο βασιλεύς προς τον Άγιον λέγοντας:

— Κύριε μου Χαράλαμπε, δίκαια τα παθαίνω. Παρακάλεσε όμως τον Κύριο και Θεό σου να με γλυτώση από την τιμωρία αυτή και εγώ υπόσχομαι να γράψω σε όλες τις πόλεις να δοξάζηται το Όνομά Του.

Τότε ήλθε εκεί και η κόρη του βασιλέως, που την λέγανε Γαλήνη και του λέγει:

—Πίστεψε στον Κύριο για να σε γλυτώση και να σε λύση απ’ αυτά τα δεσμά, γιατί είναι Οικτίρμων και Πανάγαθος. Πίστεψε, γιατί αυτός ο Χριστός είναι Αληθινός, Θεός Αθάνατος. Όταν τα είπε αυτά προσκύνησε τον Άγιο και του είπε:

—Παρακάλεσε τον Κύριο ν’ απαλλάξη τον πατέρα μου από αυτούς τους πόνους και εάν μεν πιστέψη θα γίνη μεγάλο καλό, εάν όχι θα έχης τουλάχιστον εσύ τον μισθόν σου μετά θάνατον.

Τότε προσευχήθηκε ο Άγιος και σταμάτησε η οργή του Θεού. Κατέβηκαν στη γη ο βασιλεύς και ο έπαρχος και επήγανε στο παλάτι. Μείνανε τρεις ημέρες έχοντας στο νου τους διαρκώς τον φόβον του Θεού και την οργήν Του.



Η Αγία Γαλήνη

Η κόρη του βασιλέως Γαλήνη είδε εν τω μεταξύ ένα όραμα και το ανέφερε στον Άγιο.

—Μου φάνηκε, του είπε, πως βρέθηκα σε ένα περιβόλι ωραιότατο, που είχε δένδρα ευωδέστατα και κρυστάλλινη πηγή. Εκεί κοντά ήτανε ο πατέρας μου και ο έπαρχος, αλλά ο φύλαξ του κήπου τους έδιωξε με μια πύρινη ράβδο, εμένα όμως με εσήκωσε και με έβαλε μέσα με τιμή και μου είπε:

— Σε σένα δόθηκε η κατοικία αυτή και σε όσους σου ομοιάζουν για να ευφραίνεσθε μαζί πάντοτε. Αυτά είδα και σε παρακαλώ, διδάσκαλε, να μου τα εξηγήσης.

— Ο κήπος, της αποκρίθηκε ο Άγιος, που είδες είναι ο Παράδεισος των δικαίων και εναρέτων εις τον οποίον σε έβαλε ο Δεσπότης - Χριστός. Και τούτο γιατί Τον πίστεψες. Τον πατέρα σου όμως και τον έπαρχο τους έδιωξε γιατί δυστυχώς θα αποστατήσουν πάλιν από Αυτόν και θα μας κακοποιήσουν οι δυστυχείς και αχάριστοι.

Έπειτα από τριάντα ημέρες ο Σεβήρος άλλαξε γνώμη. Κάλεσε τον Άγιον και του είπε:

— Θυσίασε στους θεούς. Μ’ αυτό θα υπακούσης στην εντολήν μου και θα τιμήσης τον εαυτόν σου.

— Τα λόγια σου, βασιλεύ, είναι πικρά και ασύνετα. Δεν πρέπει να συμμορφωθώ σ’ αυτά, εγώ είμαι δούλος του Θεού και σ’ Αυτόν υπακούω.

Του κακοφάνηκε του βασιληά, που του αντιμίλησε. Γι’ αυτό διέταξε να βάλουν στον στόμα του ένα χαλινάρι, σαν να ήταν άλογο, και να τον σύρουν σ’ όλη την πόλι για να τον ρεζιλέψουν. Το είπαν και το κάμανε. Ο Άγιος όμως στο διάστημα αυτό προσευχότανε λέγοντας:

— Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ έπλασες τον άνθρωπον και τον τίμησες με την θείαν Σου Εικόνα. Επίβλεψε και ίδε την μανίαν του εκτελεστού τυράννου διότι τα παθαίνω αυτά για το Όνομά Σου το Άγιον.



Στο σπίτι της ακόλαστης χήρας

Τότε θύμωσε ο τύραννος κι’ έστρεψε την οργή του στον Άγιο, που δίδαξε την Γαλήνη. Και για να τον εξευτελίση διέταξε να τον παραδώσουν σε μια χήρα και ακόλαστη γυναίκα για να τον φυλά­ξη στο σπίτι της. Αλλά ο Θεός τον εφύλαξε από τον εξευτελισμόν ως εξής:

Μόλις πήγε ο Άγιος στο σπίτι της ακούμπησε σε ένα ξηρόν ξύλινο στύλο. Και ω! του θαύματος αμέσως ο ξηρός στύλος εβλάστησε κι’ έκανε τόσα κλωνάρια ώστε εγέμισε όλο το σπίτι. Η χήρα εκείνη μόλις είδε τέτοιο παράδοξο θαύμα προσκύνησε τον Άγιο και του είπε;

— Πήγαινε από το σπίτι μου κύριε, γιατί δεν είμαι αξία για να είσαι κοντά μου.

— Μη φοβάσαι παιδί μου, της είπε ο Άγιος, πίστεψε μονάχα στον Κύριο, που είναι Θεός σπλαχνικός.

Την άλλην ημέρα, που είδαν οι γείτονες της χήρας τέτοιο μεγάλο δένδρο με άνθη και καρπούς μέσα στο δωμάτιό της, εθαύμασαν και μπήκανε μέσα στο σπίτι. Βρήκανε εκεί τον Άγιο, που δίδασκε και τον ερώτησαν:

— Πες μας, συ είσαι ο Χριστός, που λένε;

—Όχι, τους απάντησε. Εγώ είμαι δούλος του Δεσπότου — Χριστού του Αληθινού Θεού και με την Χάριν Του και την δύναμίν Του κάμνω τα θαύματα.

Τότε η γυναίκα εκείνη τους είπε την υπόθεσιν και εγκωμίαζε τον Άγιον. Όλοι τους δετον προσκύνησαν, πιστέψανε στον Χριστό και βαπτιστήκανε. Την άλλην ημέραανήγγειλαν στο βασιληά το θαυμαστό αυτό γεγονός. Και ενώ όλοι εθαυμάζανε, ο πορωμένος έπαρχος είπε:

—Πρόσταξε βασιλεύ ν’ αποκεφαλίσουν αυτόν τον πλάνον, για να μην μείνη και κάνη και άλλα τέρατα και σημεία και πιστέψουν στον Χριστό περισσότεροι.



Τέλος ειρηνικόν

Πράγματι ο βασιλεύς εξέδωκε εναντίον του Αγίου την καταδικαστικήν απόφασιν. Οι δήμιοι επήραν την απόφασιν, πήρανε και τον Άγιο και τον φέρανε στον τόπο της θανατικής εκτελέσεως.



Ο Άγιος Χαράλαμπος καιόμενος επί της πυράς

Ο Άγιος όμως στο δρόμο, καθώς έσερνε τα κουρασμένα και πληγωμένα και γέρικα πόδια του, προσευχότανε με ψαλμούς προς τον Κύριον, που τους ήξερε απ’ έξω. Έλεγε μεταξύ των άλλων και τον εκατοστό ψαλμό:

«Έλεος και κρίσιν άσομαί Σοι Κύριε...».

Όταν ο Άγιος έφτασε εκεί σήκωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και προσευχήθηκε:

— Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, είπε, γιατί είσαι ελεήμων και φιλάνθρωπος. Συ Παντοδύναμε εκτύπησες τον εχθρόν μας διάβολον. Συ εκτύπησες και τον Άδην με το να απαλλάξης από τον θάνατο το ανθρώπινο γένος. Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου.

Τότε συνέβη και το εξής θαυμαστόν. Ανοίξα­νε για μια στιγμή οι Ουρανοί, φάνηκε ο Χριστός με πλήθος Αγγέλων. Κατέβηκε κοντά του και του λέγει:

— Έλα, προσφιλέστατε και αγαπημένε μου Χαράλαμπε, που τόσο πολύ κακοπάθησες, για τ’ Όνομά Μου. Ζήτησέ Μου ποίαν χάριν θέλεις και θ’ ακούσω την δέησίν σου.

— Και το ότι αξιώθηκα, αποκρίθηκε ο Μάρτυρας, να ιδώ την φοβεράν δόξαν της παρουσίας Σου, αυτό είναι μεγάλο χάρισμα σ’ εμένα τον ελάχιστο. Αλλά επειδή η αγαθότης Σου, Κύριε, με προστάζει να Σου ζητήσω χάρι, παρακαλώ να μου κάνης την εξής:

Σε όποιο τόπο βρεθή τεμάχιο από το λείψανόν μου και σ’ όποια χώρα γιορτάζουν το μαρτύριό μου, να μην γίνη εκεί ποτέ πείνα, ούτε πανώλης που θαθανατώνη τους ανθρώπους πρόωρα. Ούτε πονηρός άνθρωπος που να βλάπτη τους καρπούς, αλλά να είναι σ’ αυτόν τον τόπον ειρήνη σταθερή, ψυχών σωτηρία και σωμάτων θεραπεία. Να είναι αφθονία σίτου, οίνου, ελαίου, τετραπόδων και άλλων χρησίμων πραγμάτων.

Τύλαγε δε γερά τα βόδια και όλα τα τετράποδα ζώα των ανθρώπων για να γεωργούν τη γη και να δοξάζηται το Όνομά Σου. Συγχώρεσε, Κύριε, σε παρακαλώ και τιςαμαρτίες των, ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος.

—Να γίνη πιστέ Μου δούλε, το θέλημά σου! Είπε ο Κύριος και αμέσως εξηφανίσθη.

Μετά ταύτα, ο Άγιος παρέδωσε αμέσως την αγιασμένη του ψυχή στο Χριστό ειρηνικά, πριν προλάβη ο δήμιος να του κόψη την κεφαλήν! Ο Θεός δεν θέλησε να ταλαιπωρηθή περισσότερο. Αρκετά βασανίστηκε.



Τα άγια λείψανά του θαυματουργούν

Το Άγιό του λείψανο το παρέλαβε κατόπιν η μακαρία Γαλήνη και το ενεταφίασε μέσα σε χρυσή θήκη, αφού του έβαλε πολύτιμα μύρα και αρώματα. Κατόπιν το Άγιο και πανσεβάσμιο λείψανο του ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, μοιράστηκε χάριν ευλαβείας στους απανταχού Ορθοδόξους Χριστιανούς. Διώχνει δε το Άγιο λείψανο τα βάσανα και κάθε ασθένεια, από όσους τον παρακα­λούνε.

Υπάρχουν και σήμερα σε πολλούς Ναούς και Μοναστήρια τεμάχια λειψάνων του Αγίου Χαραλάμπους. Η Αγία και πάντιμος Κάρα του βρίσκεται επάνω στα Μετέωρα της Θεσσαλίας, εις το Μοναστήρι του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάμνει δε συχνά παράδοξα κι’ εκπληκτικά θαύματα. Υπάρχει εκεί και φυλλάδα, που περιέχει τα θαύματα του Αγίου.

Ιδίως φυλάττει τους ανθρώπους από την φοβερή νόσο της πανώλους. Γι’ αυτό όσες φορές ενέσκηπτε η φοβερή αυτή αρρώστεια, κατεβάζανε οι Πατέρες την Αγία Κάρα του κάτω στις πόλεις και το κακό σταματούσε αμέσως. Το 1812 η τρομερή αρρώστεια της πανώλους εθέριζε όλη την Ήπειρο. Τότε κάποιος, Μολοσσός ονόματι, πατέρας του Ζώτου Μολοσσού, που έγραψε το λεξικό των Αγίων Πάντων, επήγε στα Μετέωρα κι’ έφερε στην Ήπειρο την Τιμία Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους και σταμάτησε το θανατικό.

Επίσης πολλοί πιστοί την καλούνε στα σπίτια τους, την κατασπάζονται μ’ ευλάβεια και κάνουν Αγιασμό. Και έτσι απαλλάσσονται από κάθε κακό.

Το 1897 έγινε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος. Τότε οι Τούρκοι πήρανε την Αγία Κάρα και την εκτύπησαν με χίλιους δυο τρόπους για να ανοίξη και να πάρουν μόνον το αργυρό κουτί της. Δεν μπο­ρέσανε όμως να το ανοίξουνε. Ο Θεός τους έδωσε την τιμωρίαν, γιατί κάνανε οι Τούρκοι και άλλες ιεροσυλίες. Αρρωστήσανε δε όλοι τους βαριά. Πεθάνανε τότε 35.000 Τούρκοι στην Θεσσαλία από τύφο δια θαύματος του Αγίου.

Όταν έμαθε ο Σουλτάνος, ότι χάθηκε τόσος πολύς στρατός στην Θεσσαλία, έγραψε στον Διοικητή του τουρκικού στρατού, Εδέμ, επίσημο γράμμα και τον ρωτούσε:

—Πώς χάθηκε αυτός ο στρατός, αφού δεν έγινε καμμιά μάχη με τους Έλληνας; Και ο Εδέμ απήντησε τότε ως εξής!

—Όσοι Τούρκοι χάλασαν Εκκλησίες και Μοναστήρια πεθάνανε από τύφο. Εγώ το χέρι του Θεού δεν μπόρεσα να Το εμποδίσω. Όλοι οι κακοί Τούρκοι κακώς απέθαναν!



ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

Πολύ τιμάται σήμερα ο Άγιος Χαράλαμπος εις όλην την Ελλάδα. Εις τας Αθήνας υπάρχουν δύο Ναοί που γιορτάζουνε μεγαλοπρεπώς στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Ένας είναι στα Ιλίσσια και ο άλλος στο πεδίον του Άρεως. Ιδιαιτέρως όμως τιμάται και μεγαλοπρεπώς εορτάζεται εις τα Φιλιατρά της Πελοποννήσου.

Το σπουδαίον είναι εις τον Άγιον αυτόν, ότι η μνήμη του διατηρείται μέχρι σήμερον τόσον ζωηρή, καίτοι πέρασαν αιώνες, και μολονότι δεν είχε συγγράμματα που να διαβάζονταν και να τον φέρνουν στο μυαλό μας. Πού οφείλεται αυτό; Ασφαλώς οφείλεται στην μεγάλην αγιότητά του, στα σκληρά μαρτύριά του και στα πολλά θαύματά του, που έχει κάμει μέχρι σήμερα και κάμει συνεχώς. Είναι δε τόσα πολλά τα θαύματά του, που για να γραφούν δεν έφθανε όχι μόνον το βιβλιαράκι αυτό, αλλά και πολύτομα και πολυσέλιδα βιβλία.

Αναφέρομεν ενδεικτικώς μόνον δύο θαύματά του σύγχρονα.



Πως έσωσε την πόλιν των Φιλιατρών

Το ένα έγινε στα Φιλιατρά το 1943, στο καιρό της μαύρης Κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς. Το θαύμα αυτό συνεκίνησε και συγκινεί μέχρι σήμερα, όχι μόνον τους Φιλιατρινούς, αλλά και όλους τους Έλληνας.

Το Γερμανικό Στρατηγείο από την Τρίπολι διέταξε τον Γερμανό Διοικητή των Φιλιατρών, Κοντάου ονόματι, για κάποιο σαμποτάζ που είχαν κάνει οι αντάρτες, να κάψουν την πόλιν των Φιλιατρών, να σκοτώσουνε ένα αριθμόν προκρίτων Φιλιατρινών και να συλλάβουνε 1.500 άλλους Φιλιατρινούς και να τους στείλουν στη Γερμανία, από όπου φυσικά δεν επρόκειτο να γυρίση κανένας πίσω.

Ο αξιωματικός Κοντάου έδωσε με την σειρά του διαταγή στους στρατιώτες του να προχωρήσουν την άλλη ημέρα στις έξη το πρωί με τα σύνεργα της καταστροφής, χωρίς οίκτο στην εκτέλεσι της διαταγής.

Αυτό, το έμαθε στην Τρίπολι ο ιεροκήρυξ Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος Κωτσάκης, που κατήγετο από τα Φιλιατρά, θλίψις και στενοχώρια κατέλαβε όλους, δεν ξέρανε τι να κάνουνε για να γλυτώσουν τα Φιλιατρά και τους Φιλιατρινούς. Επήρε κάποιον που εγνώριζε τα γερμανικά και πήγε στο σπίτι του Γερμανού στρατηγού στη Τρίπολι. Σταθήκανε στο διάδρομο. Αλλά ακούσανε μέσα στο γραφείο του στρατηγού φωνές, κακό, βρισιές, αναστάτωση μεγάλη. Κάποια Ελληνίδα τον τράβηξε από το ράσο να φύγη, για να μην τους εκτελέσουν επί τόπου και αυτούς.

Βγαίνοντας τότε ο ιεροκήρυξ, ειδοποίησε όλα τα σπίτια των Φιλιατρινών στην Τρίπολι να προσευχηθούν τη νύκτα στον Άγιο Χαράλαμπο, τον πολιούχο των Φιλιατρών για να βάλη το χέρι του. Αυτός δε κλείστηκε στο δωμάτιό του και προσευχότανε με πόνο. Το ίδιο κάνανε στα Φιλιατρά οι κάτοικοι, που κάτι μυριστήκανε και αυτοί.

Ο Άγιος άκουσε την προσευχή τους και έκανε το θαύμα. Ο Άγιος παρουσιάζεται την νύκτα στον Κοντάου που κοιμότανε. Παρουσιάστηκε σαν γέροντας σοβαρός, μεγαλοπρεπής, ιεροπρεπής, ιεροφορεμένος και με κατάλευκη γενειάδα. Ήτανε μια φυσιογνωμία, που δεν την είχε δη ποτέ στη ζωή του ο προτεστάντης ή μάλλον άπιστος Γερμανός. Ο σεβάσμιος γέροντας του είπε με γλυκύτητα:

—Άκουσε, παιδί μου, τη διαταγή που έλαβες να μην την εκτελέσης.

Το όνειρο ήταν ζωηρό και του έκανε εντύπωσι. Ξύπνησε και ξανακοιμήθηκε, αλλά με την απόφασι να εκτελέση την διαταγήν. Ξανά παρουσιάζεται ο Άγιος στον ύπνο του και του λέγει:

—Αυτό που σου είπα να κάμης. Την διαταγή να μη την εκτελέσης. Μη φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω να μην τιιμωρηθής.

Ξαναξύπνησε και στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια που του είπε. Αλλά ήταν αδύνατο να μην εκτελέση την διαταγή, διότι θα εκτελούσαν αυτόν οι Γερμανοί. Ξανακοιμήθηκε. Ξαναπαρουσιάζεται και εκ τρίτου ο σεβάσμιος γέροντας και του λέγει:

—Σου είπα να μην φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω και δεν θα τιμωρηθής. Θα σε φυλάξω δε εσένα και όλους τους άνδρας σου και θα γυρίσετε πίσω στα σπίτια σας, χωρίς να πάθη κανένας τίποτε.

Στην αρχή θέλησε να αρνηθή την εντολή του Αγίου Χαραλάμπους, και να παραστήση τον γίγαντα. Αλλά παρ’ όλη την αθεΐα του, λύγισε, διότι εν συνεχεία τη νύχτα εκείνη, ο Γερμανός αξιωματικός, όπως έλεγε ο ίδιος, άκουσε στον ύπνο του φωνές και κλάμματα, σαν προέρχωνται από τυραννισμένους ανθρώπους κάπου εκεί δίπλα στην αυλή του. Ύστερα πλησίαζαν ζωντανές μορφές, που έμοιαζαν σαν γυναίκες, γυναίκες πολλές, που κτυπούσαν κεφάλια και στήθια από αφόρητη δυστυχία και πόνο. Θρηνούσαν, αγανακτούσαν και καταριόντουσαν από πόνο για την σφαγή των παιδιών τους και των εγγονών τους, που επρόκειτο να γίνη. Όλες αυτές οι φωνές γίνανε υστέρα σύννεφο και ανέβαιναν προς τα ύψη του Ουρανού, χωρίς να πέφτη τίποτε στη γη.

Και ακόμη έβλεπε στον ύπνο του ο Γερμανός αξιωματικός κάτι σκοτεινόμακρα σύννεφα, που έβγαιναν από το δωμάτιό του και ανέβαιναν και σκίαζαν τον ήλιον, ο οποίος κρυβότανε από τα σύννεφα αυτά σαν να ήτανε άνθρωπος και σκοτείνιαζε τα πρόσωπα των στρατιωτών του. Άλλοι από τους Γερμανούς τρόμαζαν και άλλοι ζητούσαν βοήθειαν, κάμνοντας τον Σταυρό τους. Και όλοι τους τρέχανε να κρυφτούνε πίσω από τους κορμούς των ελαιών.

Από τον τρόμο του ξύπνησε. Πήγε να μιλήση, αλλά δεν μπορούσε, παρά κρατούσε ανοιχτό το στόμα του και κοίταζε την εικόνα του ονείρου του. Κοίταζε το γέρο εκείνο, που τον είδε μέσα στο όνειρό του τρεις φορές και ο οποίος είχε μορφή Αγίου της Ορθοδοξίας. Όταν συνήλθε από τους εφιάλτες, άρχισε να σκέφτεται το κακό, που επρόκειτο να γίνη: Να σκοτώνωνται άνθρωποι και σαν τα σκυλιά να μένουν άθαφτοι. Να καίγωνται σπίτια σε ένα λεπτό, που απαιτούσαν αιώνες για να κτισθούν!

Οι σκέψεις αυτές τον αναστάτωσαν. Αλλά πάλιν έλεγε:

—Εγώ είπα να κάψω την πόλιν. Και θα την κάψω.

Τότε έκλεισε τα μάτια του. Και ο γέρος, ο Άγιος Χαράλαμπος, εμφανίσθηκε ξανά μπροστά του απειλητικός και επίμονος. Με φωνή δε δυνατή και επιτακτική του είπε:

—Πρόσεξε! Η πόλις δεν θα καή και οι κάτοικοι δεν θα συλληφθούν. Είναι αθώοι. Το ακούς;

Σηκώθηκε τότε ο Γερμανός, στερέωσε τα γόνατά του, που τρέμανε και πήρε το τηλέφωνο. Με τρεμάμενη φωνή τηλεφωνούσε στη Τρίπολι, στο Γερμανό Διοικητή της Πελοποννήσου. Και ο Διοικητής εκείνος άνοιγε το στόμα του, για να δώση συμβουλές αλλά πάλιν κόμπιαζε. Πήγαινε να αγριέψη, για να εκτελεστή η διαταγή του, αλλά δεν μπορούσε. Τί είχε συμβή; Και ο ίδιος αυτός το ίδιο βράδυ είχε δη στο όνειρό του τον Άγιο Χαράλαμπο όπως τον είδε και τον περιέγραψε στο τηλέφωνο και ο αξιωματικός του από τα Φιλιατρά. Τελικά αποφάσισε και είπε στον αξιωματικό των Φιλιατρών:

—«Γράψατε. Αναστέλλω την καταστροφήν της πόλεως. Έλθετε αμέσως ενώπιόν μου αύριον μεσημβρία».

Όταν ξημέρωσε ανακοινώθηκε η ανάκλησις της αποφάσεως των Γερμανών. «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις». Ξεχύθηκαν στο άκουσμα χαρούμενοι οι άνθρωποι στα καφενεία, στη πλατεία, στους δρόμους...

Μια ομάδα, τότε από Γερμανούς στρατιώτες και υπαξιωματικούς, έχοντες στη μέση τον αξιωματικό τους Κοντάου και δυο Ορθοδόξους ιερείς, περνούσαν από τους δρόμους και πηγαίνανε από τη μια Εκκλησία στην άλλη. Αρχίσανε από τον Άη Γιάννη, από τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Αθανάσιο και τελικά κατευθυνόνταν προς την Παναγιά.

Ο αξιωματικός έψαχνε να βρη την Εικόνα του Αγίου, που είδε στον ύπνο του. Όταν του ανοίξα­νε την πόρτα του Ναού της Παναγίας, ανεγνώρισε μέσα στις εικόνες τον Άγιο Χαράλαμπο, που είδε στον ύπνο του και τον πρόσταζε. Η φωνή του κόπηκε. Ντράπηκε για τον εγωισμό του. Σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του. Σε λίγο τα κατέβασε. Έκαμε, αυτός ο Προτεστάντης και άθεος, τον Σταυρό του. Είπε μερικές προσευχές στη γλώσσα του, τις οποίες οι ιερείς δεν μπορέσανε να τις ερμηνεύσουν.

Ρώτησε εν συνεχεία τους Ιερείς να του πούνε ποιος ήτανε ο γέροντας της εικόνος. Του διηγηθήκανε, ότι αυτός είναι ο Άγιος Χαράλαμπος που υπέστη πολλά μαρτύρια για το Χριστό. Του είπα­νε έπειτα για τα θαύματα που έκανε, και κάμνει και άλλα πολλά.

Η χαρά των Φιλιατρινών και η ευγνωμοσύνη τους στον Άγιο δεν περιγραφότανε. Δοξάζανε το Θεό και ευχαριστούσανε τον Άγιο Χαράλαμπο για το θαύμα του.

Όπως δε του είπε του Φρουράρχου, ο Άγιος, αυτός και όλοι οι άνδρες της φρουράς εκείνης επέστρεψαν, όταν τελείωσε ο πόλεμος, στη Γερμανία και στα σπίτια τους, χωρίς να πάθη κανείς τους τίποτε.

Διετήρησε δε ο Γερμανός ζωηροτάτην την μνήμην του θαύματος κι’ ευγνωμονούσε τον Άγιο. Ήθελε να επιστρέψη από την Γερμανία για να τον προσκυνήση. Πράγματι, έπειτα από δύο χρόνια, ξεκίνησε με την γυναίκα του και ήλθανε από την Γερμανία στα Φιλιατρά. Δεν πρόλαβε όμως την γιορτή του Αγίου, διότι έφτασε μια μέρα αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου.

Όταν όμως τον είδανε οι Φιλιατρινοί, χαρήκανε χαρά μεγάλη και ξαναγιορτάσανε. Ψάλλα­νε δοξολογία και του κάνανε υποδοχές, γιορτές, τραπέζια και χαρές. Μέχρι σήμερα πολλές φορές ο Γερμανός αυτός με την γυναίκα του, τα παιδιά του και με άλλους πατριώτες του πήγαινε στις 10 Φεβρουαρίου στα Φιλιατρά και προσευχηθήκανε με πίστι στον Άγιο. Στην καρδιά του άνθισε η Ορθοδοξία.



Στην Πολυκλινική των Αθηνών

Το άλλο θαύμα έγινε εις τον Κων/τίνον Λιβαδάν, υπάλληλον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν ήτανε νέος. Ιδού πώς το περιγράφει:

«Τον Ιανουάριο του 1931 ενοσηλευόμην στην Πολυκλινικήν Αθηνών με απόστημα εις το ήπαρ. Επί τεσσάρας εβδομάδας με εβασάνιζε ο πυρετός. Είχαν νυχθημερόν 38-40 βαθμούς και πόνους φοβερούς. Απεφασίσθη να γίνη εγχείρισις.

Ήταν παραμονή του Αγίου Χαραλάμπους 9 Φεβρουαρίου του 1931. Το εσπέρας και ενώ ευρισκόμην ένεκα του μεγάλου πυρετού εις λήθαργον και εξαντλητικήν κατάστασιν, βλέπω να εισέρχεται ένας ιερωμένος μεγαλοπρεπής με μακρυά γενειάδα. Επλησίασε εμένα και όχι τον απέναντί μου ασθενή, που χαροπάλευε από περιτονίτιδα. Μου εθώπευσε το κεφάλι και μου είπε: «Μη φο­βάσαι... Αύριο θα είσαι τελείως καλά. Είσαι καλό παιδί».

Ερώτησα, όταν έφυγε, την ευρισκομένην κοντά μου και τελούσαν χρέη νοσοκόμου Μοναχήν Ευανθίαν, ποιος ήτο ο Κληρικός, που ήλθε;

—Δεν είδα κανένα Κληρικό, είπε εκείνη.

Της εξιστόρησα κατόπιν το συμβάν. Σταυροκοπήθηκε και μου είπε:

—Αύριον είναι του Αγίου Χαραλάμπους, θα είσαι καλά.

Έπεσα κατόπιν εις βαθύτατον ύπνον. Ο πυρετός από την ώραν εκείνην άρχισε να κατεβαίνη. Το πρωί ήμην απύρετος, τελείως καλά και χωρίς πόνους στο ήπαρ. Το πρωί με εξήτασαν ο χειρούργος καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος και ο αδελφός του Ανδρέας, παθολόγος, να κανονίσουν τα της εγχειρίσεώς μου. Ερευνούσαν και αναζητούσαν δια της ψηλαφίσεως το απόστημα, αλλά δεν το εύρισκον, ούτε την σκλήρυνσιν και την διόγκωσιν (οκτώ δακτύλων) του ήπατος. Το ήπαρ ήτο φυσιολογικόν!

Η Μοναχή εξιστόρησε εις τους Καθηγητάς το νυκτερινό συμβάν. Μου δείξανε και την Εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, την οποίαν ανεγνώρισα. Ήταν ο ίδιος που είχα ιδή. Οι καθηγηταί κατάπληκτοι ανεφώνησαν:

—Ψηλά τα χέρια. Κάτω τα μαχαίρια. Απόψε έγινε θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους στην Πολυκλινική!

Αργότερα και μετά παρέλευσιν ετών έμαθα, ότι ο Άγιος Χαράλαμπος είναι ιατρός των λοιμωδών νόσων, όπως ήταν και η ιδική μου».

Κ. ΛΕΙΒΑΔΑΣ



Ο Άγιος Χαράλαμπος στη ζωή του λαού

Ο Άγιος Χαράλαμπος σε πολλά μέρη της Ελλάδος τιμάται, διότι είναι προστάτης από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα. Γι’ αυτό και ο Άγιος απεικονίζεται πατώντας την πανώλη, η οποία παρουσιάζεται, σαν ένα τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα. Γι’ αυτό του έδωσε ο Θεός την χάριν αυτήν.

Ήτανε μεγάλη η υπηρεσία, που προσέφερε ο Άγιος στους γεωργούς τότε που δεν υπήρχαν κτηνίατροι, τα δε βόδια ήτανε αναγκαιότατα στην οικογένεια.

Παλαιότερα οι ζευγολάτες, την παραμονή της γιορτής του Αγίου ανάβανε στα σπίτια τους κοντά στο τζάκι μια μεγάλη λαμπάδα από καθαρό κηρί εις μνήμην του Αγίου και καιγότανε όλη την νύχτα. Το δε πρωί πηγαίνανε πρόσφορο στην Εκκλησία για να λειτουργηθή. Και όλα αυτά για να φυ­λάξη ο Άγιος Χαράλαμπος τα βόδια του γερά καθ’ όλη τη χρονιά.

Είναι προστάτης και όλων των ζώων. Γι’ αυτό στη Κρήτη οι τσοπάνηδες, όταν τα ζωντανά τους δεν πάνε καλά, τον παρακαλούνε να τα θεραπεύση.

Στην Πρέβεζα ο Άγιος Χαράλαμπος είναι πολιούχος. Στην Εικόνα του κρεμάνε πλήθος αφιερωμάτων. Από τα αφιερώματα χαρακτηριστικό είναι ένα πουκαμισάκι που κατασκευάζεται από πανί. Αυτό γίνεται σε μια μέρα!. Γι’ αυτό λέγεται και μονομερίτικο...

Αυτό συμβαίνει ως εξής: Κάποια νύχτα συγκεντρώνονται σ’ ένα σπίτι μερικές γυναίκες, όπου γνέθουν και υφαίνουν βαμβάκι. Μ’ αυτό το ύφασμα, που γίνεται σε μια μέρα φτιάχνουν το πουκαμισάκι.

Το αφιέρωμα αυτό ξεκινάει από ένα γεγονός που αναφέρεται στην θαυματουργή δράσι του Αγίου. Κάποτε τον Άγιο Χαράλαμπο τον επεσκέφθησαν χωρικοί που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι’ έτρεξαν κοντά του γιατί η πανώλης τους θέριζε καθημερινώς. Από ευγνωμοσύνη δε διότι ο Άγιος στάθηκε προστάτης τους, του έκαναν δώρο ένα πουκάμισο που γνέθηκε και πλέχθηκε από βαμβάκι και ράφτηκε μέσα σε μια μέρα...