Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ



Εὔκοσμος ὤφθης κόσμος, ὦ Κοσμᾶ μάκαρ,
Κόσμον λόγοις σοῖς αἵμασι τ᾽ αγλαΐσας.



Βιογραφία


Ο Άγιος Κοσμάς υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου, στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία του Χριστού, για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο.

Ο Άγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου που βρίσκεται κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Είκοσι χρονών μετέβη στο Άγιο Όρος, για να σπουδάσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο του Βατοπεδίου. Ο Ο Άγιος Κοσμάς, ονομαζόταν αρχικά Κωνσταντίνος και μετά την αποφοίτηση του, πήγε στη Μονή Φιλόθεου, όπου έγινε μοναχός (1759 μ.Χ.) και κατόπιν Ιερομόναχος και έλαβε το όνομα Κοσμάς.

Ο Άγιος γνωρίζοντας ότι το Έθνος κινδύνευε, δεν ησύχαζε και φλεγόταν νύχτα-μέρα από τον πόθο να βγει και να διδάξει στους σκλαβωμένους Έλληνες τα Άγια Γράμματα. Όμως, θεωρούσε τον εαυτό του ταπεινό και αδύνατο να επωμισθεί τέτοιο φορτίο. Με θεία αποκάλυψη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε τον αδελφό του Χρύσανθο, που ήταν δάσκαλος. Αυτός του έκανε μερικά μαθήματα ρητορικής, που θα βοηθούσαν τον Κοσμά στο κήρυγμα. Έπειτα, αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη Σεραφείμ, όργωσε στην κυριολεξία την Ελλάδα, διδάσκοντας στους «ραγιάδες» το λόγο του Θεού.

Έτσι, ο Άγιος Κοσμάς, αρχικά κήρυξε στην Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια μετέβη στην Αιτωλοακαρνανία. Με νέα άδεια περιήλθε τα Δωδεκάνησα και το Άγιο Όρος. Ακολούθως περιόδευσε στην Θεσσαλονίκη, Βέροια, σε ολόκληρη την Μακεδονία, έφθασε στην Χειμάρα, επέστρεψε στην Νότιο Ήπειρο και από εκεί κατέληξε στη Λευκάδα και την Κεφαλληνία. Πήγε ακόμη στη Ζάκυνθο, Κέρκυρα και ξανά στην Βόρειο Ήπειρο.

Απ' οπού περνούσε, έκτιζε σχολεία, εκκλησίες, και πλήθος λαού συνέρεε και «ρουφούσε» το «νέκταρ» της αγίας διδασκαλίας του.

Τελικά, ο φθόνος των Εβραίων, σε συνεργασία με τους Τούρκους, είχε σαν αποτέλεσμα τον απαγχονισμό του Αγίου στο Κολικόντασι, στα χώματα της Βορείου Ηπείρου το 1779 μ.Χ. Το λείψανο του το έριξαν στα νερά του πόταμου Άψου. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό, το λείψανο επέπλεε. Βρέθηκε από τον ιερέα Μάρκο κι ενταφιάσθηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας Β. Ηπείρου, όπου και ανευρέθη.

Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεως του ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20 Απριλίου 1961 μ.Χ. Ακολουθία και βίο του έγραψαν ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης, ο Θωμάς Πασχίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον βίο και το έργο του μεγάλoυ αγίου. Πλήθος εικόνων, χαλκογραφιών, ζωγραφιών και σχεδίων φανερώνουν την τιμή και την ευγνωμοσύνη του Γένους για τον λαμπρό αστέρα του Αγίου Όρους.

Τα λόγια του ήταν προφητικά, γεμάτα θεία χάρη και απλότητα. Κάποτε είπε στους κατοίκους κάποιου χωριού: «Ήρθα στο χωριό σας και σας κήρυξα. Δίκαιο είναι λοιπόν να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Με χρήματα μήπως; Τι να τα κάνω; Η πληρωμή η δική μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας, για να κερδίσετε την αιώνια ζωή».

 

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου



Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το νόημά της συνοψίζονται με αυτό που ο Ψαλμωδός λέγει και οι Πατέρες της Εκκλησίας εφαρμόζουν στο πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10). Με την εορτή της Κοιμήσεως εορτάζουμε δύο γεγονότα: αφ’ ενός μεν το θάνατο και την ταφή της Θεοτόκου, αφ’ ετέρου δε την ανάσταση και μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Αυτά τα δύο θέματα επικρατούν και αναπτύσσονται στην υμνολογία της εορτής.



Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Η τιμή γενικότερα της Πανάγιας Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχει τις απαρχές, τις καταβολές της στην Αποστολική περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, γι’ αυτό και μαρτυρείται ήδη από τα ιερά ευαγγέλια. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της ωδής της Θεοτόκου, όπως μας τους διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»(Λκ. 1:48). Αυτός ο μακαρισμός αποτελεί συγχρόνως και μία μαρτυρία της τιμής του προσώπου της Θεοτόκου ήδη από την αποστολική εποχή.



Το πρόσωπο της Θεοτόκου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και γι’ αυτό το λόγο καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς οι διάφορες εορτές, όπως: η Γέννηση της Θεοτόκου, η Είσοδος στον Ναό, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση. Όσον αφορά ιδιαίτερα την εορτή της Κοιμήσεως έχουμε μαρτυρίες, ότι αυτή εορταζόταν με κάθε λαμπρότητα ήδη από τον πέμπτο αιώνα. Η καθιέρωση της εορτής στις 15 Αυγούστου έγινε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο το τέλος του 6ου αιώνα. Η μαρτυρία για τον εορτασμό της Κοιμήσεως μας παρέχεται από ένα λόγο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου που έχει αποδοθεί ψευδεπιγράφως στον ευαγγελιστή Ιωάννη, χωρίς βέβαια να είναι ο πραγματικός συγγραφέας του λόγου αυτού. Ο λόγος αυτός έχει γραφεί μεταξύ των αρχών και του τέλους του πέμπτου αιώνα, δηλαδή από το 400 – 500 μ.Χ. και αποτελεί συμπερίληψη της Θεολογίας της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου, της Παραδόσεως και των λειτουργικών τιμών προς το πρόσωπο της Μητέρας του Ιησού Χριστού. Υπάρχει και μία άλλη σειρά κειμένων που μαρτυρούν για τον εορτασμό της Κοιμήσεως και των παραδόσεων πέριξ της εορτής αυτής[1][1], μερικά από τα οποία αναπαράγουν το περιεχόμενο του απόκρυφου κειμένου του Ιωάννη[2][2].



Το απόκρυφο αυτό κείμενο έχει αποτελέσει και τη βάση της υμνολογίας της σημερινής εορτής, αλλά και του εικονογραφικού κύκλου της Κοιμήσεως. Αν φέρουμε κατά νου την εικόνα της Κοιμήσεως, παρατηρούμε, ότι, στο κάτω μέρος της εικόνας, η Υπεραγία Θεοτόκος είναι τοποθετημένη πάνω σε κρεβάτι και περιστοιχίζεται από τους δώδεκα Αποστόλους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο. Στο δεύτερο μέσο επίπεδο εικονογραφείται ο Χριστό μέσα σε ωοειδή κύκλο φωτός, όπως δηλαδή αυτόν της Μεταμορφώσεως και της Αναστάσεως. Είναι ο Υιός του Ανθρώπου με τη δόξα του και περιστοιχίζεται από Αγγέλους. Στο τρίτο ανώτερο εικονογραφικό επίπεδο ζωγραφίζεται παραστατικά ο ουρανός, απ’ όπου κατήλθε ο Χριστός και οι Άγγελοι για να παραλάβει τη ψυχή της Μητέρας του και όπου θα εισέλθει και ψυχικά και σωματικά η Θεοτόκος Μαρία. Η εικονογραφική αυτή θεματική της Κοιμήσεως αποτελεί το κεντρικό θέμα του λόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος περιέχει και πολλά άλλα παρεμφερή στοιχεία, όπως, αποκάλυψη προς την Παναγία του τέλους της επίγειας ζωής της από Άγγελο, προσευχές της Παναγίας, έλευση των Δώδεκα Αποστόλων πάνω σε φωτεινές νεφέλες από τα διάφορα μέρη του κόσμου όπου ασκούσαν το αποστολικό τους έργο κ.λ.π.



Η τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά το λόγο αυτό, είχε ως επίκεντρο τη Βηθλεέμ και την Ιερουσαλήμ. Η τιμή της Θεοτόκου γενικότερα και ειδικά της Κοιμήσεως δεν οφείλεται σε μία απλή ευσέβεια και ευλάβεια προς το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού, αλλά έχει βαθύτερη θεολογική θεμελίωση.



Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τον μακαρισμό της «ανώνυμης» γυναίκας, που απηύθυνε προς τον Χριστό όταν το άκουε να διδάσκει: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λκ. 10:38–42 και 10:27–28). Αυτοί οι λόγοι μπορούν να λεχθούν και από κάθε γυναίκα και από κάθε άνδρα. Είναι, όμως κατ’ εξοχήν λόγος της Εκκλησίας, αυτός μπορεί να είναι και ο συμβολισμός της γυναίκας που είπε το μακαρισμό αυτό, γιατί η Εκκλησία τιμά και μακαρίζει την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία γέννησε τον Χριστό. Όπως έχει λεχθεί, πολύ ορθά, ο Θεός είχε τη δύναμη και την ελευθερία να δημιουργήσει, όπως στην αρχική δημιουργία, το σώμα μέσα στο οποίο θα σαρκωνόταν ο Λόγος του Θεού. Παρά ταύτα επέλεξε τη δημιουργία αυτού του σώματος μέσα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας.



Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, χρειάσθηκε η προπαρασκευή του σκεύους της εκλογής του Θεού. Κατά τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, ο Θεός επέλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο για να σαρκωθεί ο Λόγος του Θεού, γιατί αυτή έκανε κατορθωτό εκείνο που δεν κατόρθωσαν ο Αδάμ και η Εύα. Δηλαδή, η Παναγία οδήγησε την ανθρώπινη φύση στην τελειότητα και στον αγιασμό, ενώ ο Αδάμ και η Εύα οδήγησαν την ανθρωπότητα στην πτώση και στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο δεύτερο λόγο του για την Κοίμηση, με τρόπο παραστατικό, περιγράφει την παρέμβαση των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, οι οποίοι απευθύνονται στην Παναγία κατά την ώρα της εκδημίας της με τους ακόλουθους λόγους: «Τότε δη, τότε Αδάμ και Εύα, οι του γένους προπάτορες, αγαλλομένοις τοις χείλεσι διαπρυσίως ανακεκράγασι· Συ μακαρία, θύγατερ, της παραβάσεως ημίν τα επιτίμια λέλυκας. Συ το φθαρτόν εξ ημών σώμα κληρονομήσασα, , αφθαρσίας ημίν εκυοφόρησας ένδυμα. Συ το είναι εξ ημετέρας οσφύος αρπάσασα, το ευ είναι ημίν ανταπέδωκας· τας ωδίνας έλυσας, τα του θανάτου διέρρηξας σπάργανα· το αρχαίον ημίν αποκατέστησας ενδιαίτημα. Ημείς εκλείσαμεν τον παράδεισον, συ του της ζωής ξύλου την είσοδον ανεπέτασας. Εκ των χρηστών δι’ ημών ήλθε τα λυπηρά, διά σου εκ των λυπηρών επανήλθεν ημίν τα χρηστότερα. Και πως θανάτου γεύση η άχραντος; Σοι προς την ζωήν γέφυρα, και κλίμαξ προς ουρανόν, και προς αθανασίαν ο θάνατος πορθμείον γενήσεται. Όντως μακαρία συ, παμμακάριστε. Τις γαρ, ει μήτιγε ο Λόγος η, προσενήνεκται τούτο πάσχων ό πράττειν υπείληπται;»[3][3].



Η Θεοτόκος Μαρία έγινε ο χώρος και το όργανο δημιουργίας του σώματος του Θεανθρώπου Χριστού, του Νέου Αδάμ. Και πάλιν, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εξετάζει τη σχέση Χριστού – Θεοτόκου, σχέση Μητέρας και Υιού, και για να μας κάνει να αντιληφθούμε καλύτερα καταφεύγει στο οντολογικό γεγονός της δικής μας ενώσεως με το Χριστό όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος είχε ενωθεί, πράγματι, οντολογικά με το Χριστό, αφού έγινε το όργανο της δημιουργίας της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.



Η Εκκλησία μας τιμά την Κοίμηση, δηλαδή το φυσικό της θάνατο, την ανάσταση και την εκδημία της Θεοτόκου στους ουρανούς, ή όπως διαφορετικά ονομάζεται, της μεταστάσεώς της στους ουρανούς. Το ζήτημα αυτό δημιούργησε συζητήσεις και διχογνωμίες. Όμως, θεολογικά βασίζεται και αποδεικνύεται ως η λογική συνέπεια, αφ’ ενός μεν, της οντολογικής σχέσεως της Θεοτόκου με τον Θεάνθρωπο Χριστό, αφ’ ετέρου δε, της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Το άγιο σώμα της δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τη φθορά, γι’ αυτό και, κατά το ως άνω απόκρυφο κείμενο για την Κοίμηση, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, τόσο το σώμα, όσο και ο τάφος που είχε τοποθετηθεί στη Γεσθημανή εξέπεμπε μύρον ευωδίας. Έτσι, τρεις μέρες μετά το θάνατο, ή την Κοίμησή της, και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου μετατίθεται στον Παράδεισο. Με άλλα λόγια, η Μετάσταση της Θεοτόκου, όπως την εορτάζει και την θεολογεί η Εκκλησία, είναι η ανάσταση της Θεοτόκου που προκαταλαμβάνει την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Αυτή είναι και η θεολογική θέση του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στους τρεις Λόγους του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στον Πρώτο Λόγο του γράφει: «Εντεύθεν ου θάνατον την ιεράν σου μετάστασιν λέξομαι, αλλά κοίμησιν ή εκδημίαν ή ενδημίαν ειπείν οικειότερον. Εκδημούσα γαρ των του σώματος, ενδημείς προς τα κρείττονα»[4][4].



Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επιπρόσθετα, αναπύσσει και την εσχατολογική πτυχή του γεγονότος της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Το γεγονός του θανάτου και της αναστάσεως της Θεοτόκου, το γεγονός της συναθροίσεως των Αποστόλων, το γεγονός της παρουσίας του Ιησού Χριστού με δόξα και λαμπρότητα, δορυφορούμενος από τους αγγέλους, είναι στοιχεία που συνθέτουν και την εικόνα της δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. «’Όπου’ γαρ ‘το πτώμα’, Χριστός η αλήθεια έφησε τους αετούς συναχθήσεσθαι. Ει γαρ και περί της αυτού του ταύτα λέξαντος δευτέρας μεγάλης και επιφανούς παρουσίας και ουρανόθεν καταφοιτήσεως, η ρήσις ήδε προλέλεκται, αλλ’ ουκ ατόπως ωσπερ ηδύσματι του λόγου κανταύθα παραληφθήσεται[5][5]». Ο Χριστός, με την ανάστασή του, έγινε, κατά τον απόστολο Παύλο, «πρωτότοκος εκ των νεκρών». Η ανάσταση του ανθρώπινου γένους θα γίνει κατά τους έσχατους χρόνους, όταν ο Χριστός θα φανερωθεί και πάλιν. Ο θάνατος και η ανάσταση της Θεοτόκου είναι, με τα δεδομένα αυτά, θα λέγαμε, ενδιάμεσος ανάσταση της Θεοτόκου, και παρουσία του Χριστού, γιατί προηγείται της παγγενούς αναστάσεως και κρίσεως. Στα διάφορα κείμενα, στα οποία αναφερθήκαμε πριν, υπάρχουν ευχές και παρακλήσεις της Θεοτόκου για να μη κριθεί και να μη διέλθει από τη δοκιμασία του διαβόλου, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως η κρίση, όπως αυτή αναμένεται κατά τους έσχατους χρόνους.



Στο απόκρυφο κείμενο του Ιωάννη περί της Κοιμήσεως έχουμε και μία άλλη σημαντική όψη της θεολογίας της Εκκλησίας για τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει η Θεοτόκος μεταξύ του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού και των ανθρώπων. Πριν παραδώσει την αγία ψυχή της και εν είδη προσευχής παρακαλεί τον Χριστό ώστε: «πάντα άνθρωπον επικαλούμενον ή δεόμενον ή ονομάζοντα το όνομά της δούλης σου, χορήγησον αυτώ την βοήθειάν σου» (41). Δηλαδή η Παναγία Θεοτόκος αποδεικνύεται πρεσβευτής μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Πράγματι, η Θεοτόκος συνέχισε την παράκλησή της προς τον Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα δυνάμενος εν ουρανώ και επί γης, ταύτην την παράκλησιν δυσωπώ το όνομά σου το άγιον˙ εν εκάστω καιρώ και τόπω όπου γίνεται η μνήμη του ονόματός μου, αγίασον τον τόπον εκείνον, και δόξασον τους δοξάζοντάς σε δια του εμού ονόματος, προσδεχόμενος των τοιούτων πάσαν προσφοράν και πάσαν ικεσίαν και πάσαν ευχήν» (42).



Δίκαια η Εκκλησία μας τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο, ως τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ, όχι ανωτέρα μόνο των ανθρώπων. Έτσι, και εμείς τιμούμε και εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, γιατί η Κοίμηση και η Μετάστασή της στους ουρανούς, καθώς και η δόξα της από τον Θεό αποτελεί τη βεβαιότητα και της δικής μας εισόδου στη βασιλεία του Θεού με τις ευχές και πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας του Ιησού Χριστού, που είναι και δική μας Μητέρα.



Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού επειδή στη Μήτρα της δημιουργήθηκε με την έλευση και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, το σώμα, η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Είναι, όμως, και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού και άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, και ως δική μας Μητέρα, πρεσβεύει για όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά της.


Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΘΑΒΩΡ

 
Στις 6 Αυγούστου εορτάζεται η ανάμνηση της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σε όρος υψηλόν κατά τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστές (Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά) και σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση στο όρος Θαβώρ, που στα εβραϊκά σημαίνει έλευση φωτός.
Έγινε, κατά τους περισσότερους Πατέρες, 40 ημέρες περίπου προ της Σταυρώσεως, δηλαδή κατά τον μήνα Φεβρουάριο δεδομένου ότι η Σταύρωση έγινε 14 Μαρτίου. Αλλά επειδή η ανάμνηση της εορτής θα συνέπιπτε μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή που είναι πένθιμη περίοδος, γι' αυτό μεταφέρθηκε στις 6 Αυγούστου που απέχει, από τις 14 Σεπτεμβρίου που γιορτάζεται η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και λογαριάζεται σαν μεγάλη Παρασκευή, σαράντα ημέρες.

Κατά τη διήγηση των Ευαγγελιστών (Ματθαίο, Μάρκο και Λουκά), ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός σαράντα ημέρες περίπου πριν της Σταύρωσή Του, παρέλαβε τρεις από τους Μαθητές του, τον Πέτρο για τη μεγάλη πίστη και αγάπη που είχε προς τον Χριστό, τον Ιωάννη επειδή τον αγαπούσε ιδιαίτερα ο Κύριος, για την αγνότητα και την ολόψυχη προς Αυτόν αφοσίωσή του και τον Ιάκωβο επειδή αυτός έχυσε πρώτος το αίμα του για την αγάπη του Χριστού και τους ανέβασε στο όρος Θαβώρ για να προσευχηθεί. Δεν πήρε όλους τους μαθητές μαζί Του, γιατί θα αναγκαζόταν να πάρει και τον Ιούδα, που λόγω της κακής του προαιρέσεως ήταν ανάξιος να δει τη Μεταμόρφωση.
Οι τρεις μαθητές Του, όπως ήταν κουρασμένοι από τη δύσκολη ανάβαση στο Θαβώρ και ενώ κάθισαν να ξεκουραστούν, έπεσαν σε βαθύ ύπνο. Όταν, όμως, ξύπνησαν, αντίκρισαν απροσδόκητο και εξαίσιο θέαμα. Το πρόσωπο του Κυρίου άστραφτε σαν τον ήλιο, και τα ρούχα Του ήταν λευκά σαν το φως.

Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν, ο Προφήτης Μωυσής σαν εκπρόσωπος του νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και των νεκρών και ο Προφήτης Ηλίας σαν εκπρόσωπος των προφητών και των ζωντανών (όπως είναι γνωστό ο Προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε ζωντανός στους ουρανούς με πύρινο άρμα) συνομιλώντας μαζί Του για τις προφητείες που αναφέρονταν στο σωτήριο Πάθος Του. Αυτό έγινε για να δείξει στους μαθητές πως είναι ο Κύριος του νόμου και των προφητών, ζώντων και νεκρών.
Αφού οι μαθητές συνήλθαν κάπως από την έκπληξη, ο Πέτρος, θέλοντας να διατηρηθεί αυτή η αγία μέθη που προκαλούσε η ακτινοβολία του Κυρίου, ικετευτικά είπε να στήσουν τρεις σκηνές. Μία για τον Κύριο, μία για το Μωυσή και μία για τον Ηλία. Πριν προλάβει, όμως, να τελειώσει τη φράση του, ήλθε σύννεφο που τους σκέπασε και μέσα απ' αυτό ακούστηκε φωνή που έλεγε: "Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε". Δηλαδή, Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, που τον έστειλα για να σωθεί ο κόσμος. Αυτόν να ακούτε. Οφείλουμε, λοιπόν, και εμείς όχι μόνο να Τον ακούμε, αλλά και να Τον υπακούμε. Σε οποιοδήποτε δρόμο μας φέρει, είμαστε υποχρεωμένοι να πειθαρχούμε.
Ο σκοπός αυτού του εξαίσιου γεγονότος ήταν να κάνει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός τους μαθητές Του να πιστέψουν ακόμα περισσότερο σε Αυτόν για να μην ολιγοπιστίσουν την ώρα που θα Τον βλέπουν, γυμνό και καταματωμένο με το ακάνθινο στεφάνι να υποφέρει και να πεθαίνει για την σωτηρία του κόσμου, να μην δειλιάσουν, αλλά να καταλάβουν πως το Πάθος Του το υπομένει επειδή το ήθελε, εκούσια και όχι από αδυναμία, αφού είναι ο Παντοδύναμος Υιός του Θεού που γεμάτος αγάπη για το άθλιο και αχάριστο πλάσμα Του κατέβηκε στη γη, για να μας ελευθερώσει από τα δεσμά της αμαρτίας.



Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



Η οικονομική κρίση την οποία βιώνουμε έφερε και πάλι το προσκήνιο την σκληρότητα της ζωής. Είναι κατάσταση την οποία ο κάθε άνθρωπος βιώνει, από τη στιγμή που γεννιέται (ο τοκετός είναι ο χωρισμός του παιδιού από την μητέρα του) μέχρι και τη στιγμή που φεύγει από αυτόν τον κόσμο (ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, αλλά και ο χωρισμός του ανθρώπου από όλους τους συνανθρώπους του και τη ζωή όπως μέχρι τότε ο άνθρωπος τη γνωρίζει). Με τον ιδρώτα του προσώπου μας βγάζουμε τον«επιούσιο άρτο μας», με «ωδίνες» γεννούμε τα παιδιά μας, σταυρός είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, λιγότερες είναι οι χαρές από τις λύπες. Ακόμη και η όποια ηδονή την οποία γεύεται ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένη με την οδύνη. Συνήθως, την ύπαρξή μας ταλανίζει ένα ερώτημα: «γιατί» αυτή η σκληρότητα; Με ποιο τρόπο μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε;

Στον προβληματισμό και τα ερωτήματα για την σκληρότητα της ζωής η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν μας ένα πρόσωπο: αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν μιλά για ιδέες, ούτε για ψευτοφάρμακα, ούτε για υποκατάστατα που θα μας κάνουν να ξεγελαστούμε ότι δεν υπάρχει σκληρότητα και πόνος στη ζωή. Δεν λειτουργεί δηλαδή προσπαθώντας να ξεγελάσει τον άνθρωπο, υποσχόμενη παραδείσους σε όποιον πιστεύει στο Θεό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός το επεσήμανε:«στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7, 14). Και αυτή η στενότητα και η θλίψη δεν πηγάζουν από το Θεό, αλλά από την εμπαθή κατάσταση του κόσμου λόγω της αμαρτίας, από τον χρόνο και την φύση που εκ των πραγμάτων συνδέονται με τη φθορά, από τον εαυτό μας που δεν μπορεί να βρει εύκολα τον αληθινό προσανατολισμό του, όντας εγωκεντρικός, από την ιδέα ότι σκοπός της ζωής είναι μόνο η ηδονή και η με κάθε τρόπο επιδίωξή της, αλλά και από το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους που κι εκείνοι έτσι σκέπτονται, με γνώμονα την προσωπική τους ηδονή. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό καλείται να νικήσει την σκληρότητα της ζωής, να μην αποκαρδιωθεί ούτε από τα σφάλματα και τις αμαρτίες του, ούτε από τις δοκιμασίες τις οποίες βιώνει. Στην παράδοση της Εκκλησίας μας υπάρχει ρεαλισμός. Η όποια βοήθεια δεν είναι στερεωμένη σε ψεύτικες υποσχέσεις, αλλά στην νέα πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, όταν μπορεί να κοινωνήσει εν προσώπω με το Θεό.

Σε έναν από τους ωραιότερους ύμνους της περιόδου του Δεκαπενταυγούστου η Εκκλησία μας ψάλλει προς την Υπεραγία Θεοτόκο: «Ο γλυκασμός των Αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, χριστιανών η προστάτις, Παρθένε μήτηρ Κυρίου, αντιλαβού μου και ρύσαι των αιωνίων βασάνων». Με τα λόγια αυτά μάς δείχνει ποια ακριβώς είναι η Υπεραγία Θεοτόκος και γιατί μπορεί να μας βοηθήσει, καθώς και με ποιο τρόπο, να αντιμετωπίσουμε την σκληρότητα της ζωής.
Η Παναγία είναι ο γλυκασμός των Αγγέλων. Η λέξη σημαίνει την αγαλλίαση, δηλαδή την υπερβολική χαρά που δίνει πληρότητα, η οποία πηγάζει από την ίδια τη φύση του προσώπου ή του αντικειμένου που προκαλεί την αγαλλίαση. Είναι γλυκεία η Παναγία και προκαλεί γλυκύτητα και αγαλλίαση στους Αγγέλους. Η φράση αυτή μας καλεί να στρέψουμε την προσοχή μας πρώτον στο πρόσωπο και δεύτερον στο με ποιους κοινωνεί. Είναι γλυκεία η Παναγία γιατί η ίδια υπήρξε η Κεχαριτωμένη. Αυτή η οποία επέλεξε την αρετή ως περιεχόμενο της ζωής της και της ύπαρξής της. Και αρετή σημαίνει όχι απλώς η εμφάνιση προς τα έξω, με γνώμονα την συμπεριφορά, κάποιων θετικών στοιχείων που επιτρέπουν την κοινωνία με τους άλλους (π.χ. καλοσύνη, χαρά, ευγένεια), αλλά η παρουσία εντός του ανθρώπου της αλήθειας. Ενάρετος είναι ο άνθρωπος που ό,τι είναι εντός του, το φανερώνει και στη σχέση του με τους εκτός. Ο ενάρετος δεν μπορεί να είναι υποκριτής. Δεν τηρεί τους νόμους λόγω του φόβου, ενώ στην ιδιωτική του ζωή επαναστατεί και τους καταπατεί. Η Παναγία ό,τι ήταν εντός της, το φανέρωνε στους ανθρώπους. Γι’ αυτό η αρετή της ήταν αληθινή.
Αυτό το βλέπουμε να τονίζεται στα Ευαγγέλια σε κάθε αναφορά στο πρόσωπό της. Στον διάλογο με τον αρχάγγελο Γαβριήλ την στιγμή του Ευαγγελισμού, δεν φουσκώνει από υπερηφάνεια για την επιλογή του Θεού να κατοικήσει εντός της. Διατυπώνει τους προβληματισμούς της στον αρχάγγελο, λαμβάνει απαντήσεις που ήταν αδύνατον να καταλάβει στην πληρότητά τους, αλλά αποδέχεται το θέλημα του Θεού. Στην επίσκεψή της στην Ελισάβετ, μετά τον μακαρισμό που δέχεται από αυτήν, η απάντησή της είναι «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον... ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λουκ. 1, 46-48). Γνωρίζει ότι κάθε τι που της συμβαίνει δεν είναι κατόρθωμά της, αλλά η βίωση από την ίδια των μεγαλείων του Δυνατού Θεού και αυτό είναι τελικά η χαρά της. Στο θαύμα της Γέννησης εν ταπεινώσει θα κρατήσει στην καρδιά της όλα όσα θα δει και θα πορευθεί εν σιωπή και θαυμασμώ για τον Υιό του Θεού που κυοφόρησε, γέννησε και ανέθρεψε. Το ίδιο θα κάνει ακούγοντας το χαιρετισμό του Συμεών και τον λόγο του περί της «ρομφαίας» του πόνου, που έμελλε να διαπεράσει την καρδιά της. Θα αποδεχθεί εν ταπεινώσει την επιτίμηση από τον δωδεκάχρονο υιό της στο ναό των Ιεροσολύμων, ενώ θα προτρέψει τους υπηρέτες στην Κανά να κάνουν υπακοή σε ό,τι Εκείνος τους ζητήσει, παρότι και πάλι θα γευθεί την επιτίμησή του. Θα ακούσει τον Υιό της να λέει ότι «μητέρα μου και αδέλφια μου είναι όσοι κάνουν υπακοή στο θέλημα του Θεού» (Λουκ. 8,18) και θα αποδεχθεί ότι η μητρότητα δεν μπορεί να εγκλωβίσει τον Θεάνθρωπο σε μία κλειστή σχέση, αλλά ότι έκανε αυτό που έπρεπε για το παιδί της, όμως το χρέος της ήταν να το αφήσει ελεύθερο. Θα τον συνοδεύσει στο Σταυρό, πονώντας σιωπηλά. Θα Τον ακούσει να της λέει ότι άλλος θα είναι ο υιός της (ο Ιωάννης) από κει και πέρα. Θα τον κηδεύσει, αλλά και θα τον επισκεφθεί στο μνήμα, θα Τον συναντήσει αναστημένο και θα ζήσει την μεγαλύτερη χαρά που μια Μάνα μπορεί να ζήσει μετά από έναν τέτοιο πόνο, θα είναι μαζί Του στην Ανάληψη, αλλά και με την πρώτη Εκκλησία στην Πεντηκοστή, συνεχίζοντας το έργο που Εκείνος έφερε στον κόσμο. Και θα Τον συναντήσει, ψυχή τε και σώματι στην Κοίμηση και την Μετάστασή της, νικώντας κοντά Του τον θάνατο.

Και μόνο η περιγραφή των αρετών της Παναγίας την καθιστούν γλυκεία εντός της. Κεχαριτωμένη, ταπεινή, άνθρωπος που σκέπτεται, αλλά δεν αφήνει τον λογισμό του να νικήσει την εμπιστοσύνη στο Θεό, αφοσιωμένη στο παιδί της, χωρίς όμως να του στερεί την ελευθερία, άνθρωπος πράος και ταυτόχρονα με επίγνωση πως ό,τι είναι δεν είναι κατόρθωμά της, αλλά βίωση των μεγαλείων του Θεού, αφοσιωμένη στον Θεάνθρωπο μέχρι το τέλος, ύπαρξη σιωπώσα, αυτή που ζει τον πόνο στα άκρα του, αλλά και τη χαρά της Ανάστασης και μέλος της Εκκλησίας, όπως όλοι. Αυτή η εσωτερική, αγιοπνευματική κατάσταση, καθιστά την Παναγία γλυκασμό και για τους Αγγέλους. Γιατί οι Άγγελοι βλέπουν στο πρόσωπό της, στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, μία ύπαρξη που έφτασε στην δική τους κατάσταση και την ξεπέρασε. Διότι δεν είναι μόνο η αρετή ή η διακονία του Θεού που έχουν οι Άγγελοι το χαρακτηριστικό της Παναγίας. Κυρίως είναι ο αγιασμός της, όχι απλώς μέσω της επικοινωνίας η της συνάντησης με το Θεό, αλλά χάρις στην παρουσία του Θεού εντός της, που σημαδεύει και νοηματοδοτεί την ύπαρξή της, κατάσταση που ούτε οι Άγγελοι μπορούν να βιώσουν στην πληρότητά της.

Προβάλλοντας την Υπεραγία Θεοτόκο ως τον γλυκασμό των Αγγέλων, η Εκκλησία την φέρνει στη συνέχεια ανάμεσά μας. Τη χαρακτηρίζει «χαρά των θλιβομένων». Μόνο κάποιος που έχει γευθεί την σκληρότητα της ζωής μπορεί να καταλάβει όσους θλίβονται εξαιτίας της. Μόνο η Μάνα που έχει χάσει το παιδί της μπορεί να καταλάβει τις μάνες αυτού του κόσμου που υποφέρουν για τις δοκιμασίες και την απώλεια των παιδιών τους. Μόνο Εκείνη που νιώθει την αγωνία της απόρριψης των πολλών λόγω μιας εγκυμοσύνης, η οποία ήταν ακατανόητη για το περιβάλλον της, μπορεί να καταλάβει πώς αισθάνεται κάποιος που απορρίπτεται από τους συνανθρώπους του, για οποιονδήποτε λόγο. Μόνο Εκείνη που μεγάλωσε ένα παιδί έχοντας την δύναμη και την γενναιότητα να το αφήσει ελεύθερο, μπορεί να καταλάβει τον πόνο των γονέων που, αφού έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δώσουν στα παιδιά τους ό,τι αγαθό, παίρνουν την γενναία απόφαση να τα αφήσουν ελεύθερα, ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες, γνωρίζοντας πως δεν μπορείς να πετύχεις τίποτα αν δεν σεβαστείς το σπουδαιότερο δώρο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, την ελευθερία. Μόνο Εκείνη που έζησε την Ανάσταση, μπορεί τελικά να δώσει την παρηγοριά σε όσους θλίβονται για τους σταυρούς της ζωής και να τους βοηθήσει να αντέξουν, τόσο προσωπικά, όσο και συλλογικά. Μόνο Εκείνη που νίκησε τελικά και για τον ίδιο τον εαυτό της τον θάνατο, χάρις στην σχέση της με τον Υιό και Θεό της, μπορεί να γίνει ο οδοδείκτης για να ξεπεράσει ο καθένας από εμάς τον φόβο κάθε θανάτου είτε βιολογικού είτε πνευματικού είτε κοινωνικού, εξαιτίας της απώλειας της αγάπης.

Είναι ο γλυκασμός των Αγγέλων και η χαρά των θλιβομένων η Υπεραγία Θεοτόκος. Καθώς μάλιστα ζούμε σήμερα σ’ αυτήν την εποχή της μεγάλης κρίσης και αισθανόμαστε την αγωνία και την απελπισία τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η Εκκλησία τολμά να μας υπενθυμίσει, γιορτάζει δηλαδή το Πρόσωπο της Παναγίας μας. Αυτήν που ο λαός μας, από την παράδοσή του, είχε μάθει να επικαλείται σε κάθε δύσκολη στιγμή του και να παίρνει δύναμη και θάρρος. Προσπαθούμε να πολεμήσουμε την κρίση με υλικά και οικονομικά όπλα, με μέτρα, με διαπραγματεύσεις, με εξάρτηση από αλλότριες δυνάμεις. Ίσως δεν υπάρχει και άλλος τρόπος κατά κόσμον. Έχουμε όμως αφήσει στην άκρη το πνευματικό μας όπλο. Στραφήκαμε στα υλικά αγαθά και σε έναν τρόπο ζωής, ο οποίος υποσχόταν ηδονή. Διαπιστώσαμε πικρά πόσο έξω πέσαμε στους υπολογισμούς μας και πόσο σκληρή είναι η πραγματικότητα. Ας επανέλθουμε λοιπόν στον τρόπο της σχέσης μας με την Παναγία. 


Ας διδαχθούμε από την γνησιότητα και την αλήθεια που αποτύπωσε η αρετή της τόσο εντός της όσο και στους ανθρώπους και στον κόσμο, ας αλλάξουμε εν μετανοία νοοτροπία εμπιστευόμενοι το Θεό και θέτοντας άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας και ας την επικαλούμαστε με πολλή προσευχή και ελπίδα για να λάβουμε την χαρά εκείνη που θα μας βοηθήσει να υπερβούμε την θλίψη , αλλά και να διέλθουμε την στενή οδό, όντας βέβαιοι για την τελική απόληξη και της δικής μας ζωής, που δεν είναι άλλη από την Ανάσταση. Κι Εκείνη, ως «προστάτις των χριστιανών», θα μας συμπαρασταθεί, δίδοντάς μας δύναμη στην σκληρότητα αυτής της ζωής, και θα μας απαλλάξει από τα αιώνια βάσανα που συνεπάγεται η ζωή χωρίς Θεό.


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ

 
 
Γαλακτόμικτον, Μάρτυς, αἷμα σῆς κάρας,
Δι' ἣν ὑδατόμικτον ὁ Χριστὸς χέει.
Φάσγανον ἑβδομάτῃ λάχεν εἰκάδι Παντελεήμων.



Βιογραφία
Ο Άγιος Παντελεήμων (Παντελέων το πρότερον όνομα) καταγόταν από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας και έζησε στα χρόνια του Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.). Πατέρας του ήταν ο Ευστόργιος, ο οποίος ήταν εθνικός και μετά τις νουθεσίες του γιου του έγινε χριστιανός. Μητέρα του ήταν η Ευβούλη, η οποία προερχόταν από χριστιανική οικογένεια (βλέπε 30 Μαρτίου). Εκπαιδεύτηκε στην ιατρική από τον Ευφρόσυνο και κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και βαπτίσθηκε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο (βλέπε 26 Ιουλίου) που ήταν ιερέας της Εκκλησίας της Νικομήδειας.

Κάποια στιγμή όταν οχιά δάγκωσε έναν νεαρό και ουσιαστικά τον θανάτωσε ο Άγιος Παντελεήμονας επικαλούμενος τον Χριστό τον ανάστησε.

Αφορμή του μαρτυρίου του στάθηκε ένα ακόμα θαύμα του Αγίου. Κάποτε είχε θεραπεύσει έναν τυφλό, ο οποίος και ανέφερε το γεγονός της θεραπείας του στον βασιλιά, λέγοντάς του ότι τον θεράπευσε ο Παντελέων στο όνομα του Χριστού, στον οποίο και ο ίδιος πλέον πίστευε. Ο βασιλιάς αφού τον άκουσε, αμέσως διέταξε και τον αποκεφάλισαν. Ο ίδιος ο Παντελέων προσήχθη στον βασιλιά, ο οποίος διέταξε τον βασανισμό του με σκοπό την άρνηση της πίστεώς του.

Ο Άγιος βασανίσθηκε σκληρά με διάφορους τρόπους, όμως δεν υπέκυψε στις πιέσεις αφού ο Κύριος εμφανίσθηκε μπροστά του με τη μορφή του πνευματικού του Ερμόλαου και του έδωσε θάρρος. Τέλος διατάχθηκε ο αποκεφαλισμός του και τότε ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που τον καλούσε όχι ως Παντελέοντα αλλά ως Παντελεήμονα. Μόλις όμως ο δήμιος άπλωσε το χέρι του για να κόψει με το σπαθί του το κεφάλι του Αγίου, το σπαθί λύγισε και το σίδερο έλιωσε σαν κερί. Μπροστά σε τέτοιο θαύμα και οι παραβρισκόμενοι στρατιώτες έγιναν χριστιανοί. Τότε ο Άγιος εκουσίως παραδόθηκε στο μαρτύριο. Λέγεται ότι από τη πληγή του δεν έτρεξε αίμα αλλά γάλα και το δέντρο της ελιάς, στο οποίο τον είχαν δέσει καρποφόρησε ξαφνικά. 
 

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ



Θεῷ παρεσκεύασας ἁγνὸν ὡς δόμον,
Σαυτὴν ἄγουσα, Σεμνή, εἰς κατοικίαν.
Παρασκευὴν ἔκτανεν εἰκάδι χαλκὸς ἐν ἕκτῃ.



Βιογραφία


Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στη Ρώμη στα χρόνια του αυτοκράτορα Αντωνίνου (138 - 160 μ.Χ.). Ήταν κόρη των ευσεβών Χριστιανών, Αγάθωνα και Πολιτείας, οι οποίοι φρόντισαν για την χριστιανική αγωγή της, όπως είχαν υποσχεθεί στο Θεό στην περίπτωση που θα τους έδινε ένα παιδί. Επειδή το παιδί γεννήθηκε ημέρα Παρασκευή έλαβε αυτό το όνομα.

Μετά το θάνατο των γονέων της, η Παρασκευή μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και ανέπτυξε ιεραποστολική δραστηριότητα στην Ρώμη και στα περίχωρα της πόλης, κηρύσσοντας το λόγο του Χριστού. Η δράση της προκάλεσε τον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα Αντωνίνο, ο οποίος την συνέλαβε και της υποσχέθηκε υλικά αγαθά στην περίπτωση που θα θυσίαζε στα είδωλα. Βλέποντας όμως πως η Αγία παρέμενε σταθερή στην πίστη της, την υπέβαλε στο βασανιστήριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας, το οποίο υπέμεινε με καρτερικότητα. Τότε ο Αντωνίνος διέταξε και την έβαλαν σε ένα λέβητα με καυτό λάδι και πίσσα. Επειδή όμως είδε την Αγία άθικτη, πλησίασε το πρόσωπο του στον λέβητα - καθώς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς η αγία είχε μείνει ανέπαφη - για να δοκιμάσει αν πράγματι είναι καυτό, και αμέσως τυφλώθηκε. Η Αγία με προσευχή έδωσε στον Αντωνίνο το φως του, με αποτέλεσμα να πιστέψει στο Χριστό ή κατ' άλλους να σταματήσει τους διωγμούς εναντίον τους. Ελευθέρωσε πάντως την Αγία Παρασκευή, η οποία συνέχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιο σε άλλα μέρη, μέχρι που έφτασε στην Ελλάδα.

Στα Τέμπη ένας ειδωλολάτρης άρχοντας την υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, τα οποία υπέμεινε καρτερικά, για να τελειωθεί με δια αποκεφαλισμού θάνατο. 
 

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ

 


Eπιπρέπει σοι, πώς αν είποις, Mαρίνα,
Σων αιμάτων έρευθος, α ξίφει χέεις.
Εβδομάτη δεκάτη Mαρίναν κτάνε φάσγανον οξύ.


Χεὶρ δημίου τέμνει σε Μαρῖνα ξίφει,
Χεὶρ Κυρίου χάριτι θείᾳ δὲ στέφει.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Μαρῖνα δειροτομήθη.



Βιογραφία
Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β', το 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε, και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστό. Όταν έγινε 15 χρονών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος αυτός απ' αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του.

Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη, και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.

Μέσα στην φυλακή μάλιστα συνέβη το εξής: ο διάβολος μεταμορφωμένος σε άγριο δράκοντα, προσπάθησε να κάνει την αγία να φοβηθεί. Αυτή όμως προσευχήθηκε στον Θεό και αμέσως ο δράκοντας άλλαξε μορφή και έγινε ένας μαύρος σκύλος και τότε η αγία άρπαξε ένα σφυρί και χτυπώντας τον στο κεφάλι και την ράχη τον ταπείνωσε.

Όταν για δεύτερη φορά την εξέτασε και διαπίστωσε ότι η πίστη της Αγίας Μαρίνας ήταν αμετακίνητη στο Χριστό, την έκαψε με αναμμένες λαμπάδες. Αλλά οι πληγές της με θαύμα έκλεισαν, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλοί παρευρισκόμενοι να γίνουν χριστιανοί. Μπροστά σ' αύτόν τον κίνδυνο ο έπαρχος τελικά αποκεφάλισε τη Μαρίνα, που έτσι πήρε το άφθαρτο στεφάνι της αιώνιας δόξας.

Tα άγια λείψανα της φυλάγονταν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την πρώτη άλωση της από τους Λατίνους, το 1204 μ.Χ., ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές βρίσκονταν μέχρι το 908 μ.Χ. στην Αντιόχεια και στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Σήμερα, τα άγια λείψανα της Αγίας Μαρίνας, φυλάγονται στην Αθήνα, σε ναό που φέρει το όνομα της ενώ η χείρα της έχει μεταφερθεί στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος.

Διαβάστε εδώ τον Παρακλητικό Κανόνα της Αγίας Μαρίνας. Επίσης, διαβάστε εδώ για ένα σύγχρονο θαύμα της Αγίας Μαρίνας, ενώ εδώ μπορείτε να διαβάσετε την συνοπτική ιστορία του μοναστηριού της Αγίας Μαρίνας Άνδρου. 
 

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ




Παΐσιε τοῦ ὄρους Ἄθωνος δένδρον,
πολύκαρπον ὁσιώτατε ἐδείχθης.

Δεκάτῃ τε καὶ δευτέρᾳ Παΐσιος θάνε.



Βιογραφία
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομος και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (βλέπε 10 Νοεμβρίου), ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 - 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).

Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.

Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ' όλ' αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.

Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:

«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»


Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

 


Στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας μας,σημαντική θέση καταλαμβάνει και η μορφή της Αγίας Όλγας, η όποια αναφέρεται και ως Ισαπόστολος. Τον τίτλο που τον έχουν ελάχιστοι, της τον έδωσε η Αγία μας Εκκλησία , διότι συνετέλεσε πολύ, όπως και οι Απόστολοι, για τη διάδοση και εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Η Αγία Όλγα γεννήθηκε το 895 μ.Χ. στη Ρωσία. Οι γονείς της ήταν χωρικοί. Τη νυμφεύτηκε ο ηγεμόνας του Κιέβου, Ιγκόρ. Την πήρε για το κάλλος της, την εξυπνάδα της και την αρετή της.

Το 945 όμως, δολοφονήθηκε ο σύζυγος της και έως ότου ενηλικιωθεί ο γιος της Σβιατοσλάβ έγινε αντιβασίλισσα. Τότε έδειξε μεγάλες διοικητικές ικανότητες. Η πολιτική σταδιοδρομία της υπήρξε μεγάλη. Τακτοποίησε τα οικονομικά του Κράτους.Προόδευε τότε το Κράτος εις όλους τους τομείς. Ανεδείχθη η Όλγα ικανότατη σε διοικητικά θέματα.

Σημαντικότερη όμως υπήρξε η θρησκευτική σταδιοδρομία της. Υπήρξε, καθώς λέγει ο Νέστωρ, η ανατολή και το άστρο της Σωτηρίας της Ρωσίας. Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για τον εκχριστιανισμό του Ρωσικού λαού. Η ζωή της μοιάζει με τη ζωή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όπως εκείνος εργάστηκε για την επικράτηση του Χριστιανισμού, έτσι και αυτή αγωνίστηκε για την εξάπλωση του Χριστιανισμού στις αχανείς χώρες της Ρωσίας.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς, με λεπτομέρειες, τις μεγάλες προσπάθειές της και την αδιάκοπο διδασκαλία της για να διαφωτίσει το Ρωσικό λαό και τον άπιστο γιο της Σβιατοσλάβον, τους οποίους δίδασκε, όχι μόνον με τη διδασκαλία της, αλλά πολύ περισσότερο και με τις άοκνες προσπάθειές της.

Προσπαθούσε να τραβήξει τον κόσμο στο Χριστό. Έκανε ολονύκτιες δεήσεις και ικεσίες και με θερμά δάκρυα παρακαλούσε το Θεό να φωτίσει και να καθοδηγήσει τον εθνικό γιο της και το Ρωσικό λαό, ώστε να γνωρίσουν τον Αληθινό Θεό και τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

Αλησμόνητο παράδειγμα της θερμής διδασκαλίας της, είναι και τα τελευταία συγκινητικά λόγια, που είπε στο γιο της. Αυτά μοιάζουν πολύ με τα συγκινητικά λόγια της Αγίας Ανθούσας της Μητέρας του Ιερού Χρυσοστόμου. Και οι δυο αυτές μητέρες παρακαλούσαν τους γιούς των, να περιμένουν τον θάνατον τους και να μην τις εγκαταλείψουν έως ότου πεθάνουν. Αυτή μάλιστα παρακαλούσε το γιό της Σβιατοσλάβον να τον δει προτού πεθάνει Χριστιανό και με ζήλο μεγάλο.

Η Αγία Όλγα επισκέφθηκε κάποτε με την ακολουθία της το Βυζάντιο, την Κωνσταντινούπολη. Εκεί της έκαμαν μεγάλη υποδοχή για τον μεγάλο αγώνα της υπέρ του Χριστιανισμού.Όταν κατόπιν επέστρεψε στη Ρωσία, έκαμε πολύ μεγαλύτερους αγώνες και προσπάθειες για τον λαό, αλλά και διά τον εαυτόν της, τον καταρτισμό της και τον Αγιασμό της.
Παρέδωσε στο Θεό αναρίθμητες ψυχές.

Τόσο μάλιστα πολύ εργάστηκε αυτή για την Πίστη και για την Εκκλησία του Χριστού, ώστε της δόθηκε και ο τίτλος της Ισαποστόλου. Αυτόν τον τίτλο τον έχουν ελάχιστοι στην Ιστορία.

 

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ


 


Κυριακὴ θανοῦσα τὴν τομὴν φθάνει
Προαιρέσει, πλὴν καὶ τελειοῦται ξίφει.



Βιογραφία
Η Αγία Κυριακή ήταν κόρη του Δωροθέου και της Ευσεβίας. Αυτοί ήταν άτεκνοι και παρακαλούσαν το Θεό να τους δώσει παιδί. Πράγματι, ο Θεός ευδόκησε, και το χριστιανικό αυτό ζευγάρι, απέκτησε παιδί. Γεννήθηκε ημέρα Κυριακή, γι' αυτό και της έδωσαν το όνομα Κυριακή. Κατά το διωγμό του Διοκλητιανού, το έτος 282 μ.Χ., οι γονείς της συνελήφθησαν και μετά από ανάκριση βασανίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν από το δούκα Ιούστο. Η δε Κυριακή παραπέμφθηκε στον Καίσαρα Μαξιμιανό, και από εκεί στον άρχοντα Βιθυνίας Ιλαριανό, ο οποίος της υπενθύμισε ότι η ομορφιά της είναι για απολαύσεις και όχι για βασανιστήρια. Τότε η παρθένος κόρη του απάντησε: «Ούτε στη νεότητα μου, ούτε στην ομορφιά μου δίνω την παραμικρή προσοχή. Και τα λαμπρότερα από τα επίγεια πράγματα είναι προσωρινά, όπως τα άνθη και κούφια, όπως οι σκιές. Σήμερα, έπαρχε, είμαι όμορφη, αύριο μια άσχημη γριά. Να κάνω, λοιπόν, κέντρο της ζωής μου την ομορφιά μου; Την αξία της, όμως, τη γνώρισα στις ρυτίδες, που την περιμένουν και στον τάφο που την καλεί. Νόμισες, λοιπόν, ότι θα κάνω την τερατώδη ανοησία, να χάσω την αιώνια λαμπρότητα για να μείνω λίγο περισσότερο στη γη; Γι' αυτό στο ξαναλέω, έπαρχε: είμαι και θα είμαι στη ζωή και στο θάνατο χριστιανή». Εξοργισμένος ο Ιλαριανός, σκληρά τη βασάνισε και διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Αλλά πριν πέσει η σπάθη, προσευχόμενη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο.