Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

 


Κορυφαία μορφή του μοναχισμού, που ασκήτευσε στην Παλαιστίνη από τα μέσα του 5ου έως τις αρχές του 6ου αιώνα. Η μνήμη του εορτάζεται σε Ανατολή και Δύση στις 5 Δεκεμβρίου.

Ο Σάββας, σύμφωνα με τον μαθητή και βιογράφο του Κύριλλο Σκυθοπολίτη (525-559), γεννήθηκε στη Μουταλάσκη της Καππαδοκίας (σημερινό Ταλάς Τουρκίας) το 439. To όνομά του προέρχεται από την εβραϊκή λέξη sava, που σημαίνει γέρος. Ήταν γιος δυο ευσεβών γονέων, του στρατιωτικού Ιωάννη και της Σοφίας.

Σε ηλικία 18 ετών αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Θεό και ήλθε στη μονή του Αγίου Ευθυμίου του Μεγάλου στα Ιεροσόλυμα. Μόνασε στη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου του κοινοβιάρχου και τέλος στην περιώνυμη Μονή της Μεγάλης Λαύρας (Mar Saba), την οποία έχτισε ο ίδιος κοντά στη Βηθλεέμ.

Ο Σάββας θα εμπλακεί ενεργά στις θεολογικές έριδες της εποχής του ως υπέρμαχος της ορθής πίστης και θα υποστηρίξει τις αποφάσεις της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου κατά των αιρετικών Μονοφυσιτών και Ωριγενιστών. Γι’ αυτό το λόγο θα σταλεί δύο φορές ως πρεσβευτής του Πατριάρχη Ιεροσολύμων προς τους βυζαντινούς αυτοκράτορες Αναστάσιο Α' και Ιουστινιανό.

Κοιμήθηκε εν ειρήνη στα Ιεροσόλυμα στις 5 Δεκεμβρίου του 532. Τα λείψανά του βρίσκονται στο μοναστήρι της Μεγάλης Λαύρας. Αρχικά είχαν μεταφερθεί από τους σταυροφόρους στη Βενετία και επέστρεψαν στο φυσικό τους χώρο στις 13 Οκτωβρίου 1965, με πρωτοβουλία του Πάπα Παύλου ΣΤ' ως ένδειξη καλής θελήσεως προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο Α'.

Στην ελληνική λαϊκή παράδοση η εορτή του Οσίου Σάββα είναι στο μέσο των λεγόμενων «Νικολοβάρβαρων». Το κρύο, που άρχισε της Αγίας Βαρβάρας δυναμώνει και οι καιρικές συνθήκες χειροτερεύουν. Σχετικές οι παροιμίες: «Η Βαρβάρα σαβανώνει κι ο Άι Σάββας σαβανώνει», «άε Βαρβάρα φύσα, άε Σάββα βρέξον, αε Νικόλα σόντσον (χιόνισε)» (ποντιακή).

Παλιά στην πατρίδα του Οσίου Σάββα στην Καππαδοκία τον τιμούσαν με θυσίες ζώων (κουρμπάνια) και όσοι πήγαιναν στο μοναστήρι του στα Ιεροσόλυμα (χατζήδες) έφερναν χουρμάδες από τα γύρω δέντρα, που τους πρόσφεραν σε άτεκνους ως μέσα θεραπευτικά της στειρότητας.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

 

Ξίφει πατὴρ θύσας σε, Μάρτυς Βαρβάρα,
Ὑπῆρξεν ἄλλος Ἀβραὰμ διαβόλου.
Βαρβάρα ἀμφὶ τετάρτῃ χερσὶ τοκῆος ἐτμήθη.



Βιογραφία
Η Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και ήταν κόρη του ειδωλολάτρη Διοσκόρου ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως.

Ο πατέρας της λόγω της σωματικής ωραιότητας της Αγίας, την φύλαγε κλεισμένη εντός πύργου. Δεν γνωρίζουμε που διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες, καθώς ο πατέρας της ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, λόγος για τον οποίο άλλωστε προσπάθησε να κρατήσει κρυφή την πίστη της στον Τριαδικό Θεό. Ένα τυχαίο περιστατικό, όμως, την πρόδωσε. Ο πατέρας της πληροφορήθηκε από τεχνίτες ότι η Αγία ζήτησε να τις ανοίξουν τρία παράθυρα στον πύργο όπου ήταν έγκλειστη, στο όνομα της Αγίας Τριάδος και, έτσι, βεβαιώθηκε ότι η κόρη του είχε γίνει Χριστιανή.

Εξοργίσθηκε τόσο που την κυνήγησε εντός του πύργου με το ξίφος του για να την φονεύσει. Η Αγία κατέφυγε στα όρη, αλλά ο πατέρας της την συνέλαβε και την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα, Μαρκιανό, κατηγορώντας την για την πίστη της. Όταν ανακρίθηκε, ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, διεπομπέφθη γυμνή στην πόλη και τέλος σφαγιάσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η σύναξη της Αγίας ετελείτο στο μαρτύριο αυτής, στον Βασιλίσκο πλησίον της αγίας Ζηναΐδος.

Τα Λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαφυλάχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ.., οπότε ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη Βενετία, όταν Δόγης ήταν Ο Πέτρος Β’ Orseol (991 – 1009 μ.Χ.). Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν από την Πριγκίπισσα Μαρία Αργυροπούλα, η οποία νυμφεύθηκε τον γιό του Δόγη Πρίγκιπα Ιωάννη. (Σύμφωνα με μέρος των πηγών - Ιωάννη τον Διάκονο και Ανδρέα Δάνδολο - η Μαρία ήταν ανιψιά ή και αδελφή των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η’, όμως το πλέον πιθανό είναι να ήταν μία από τις αδελφές του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’).

Ο Πριγκιπικός Γάμος ευλογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με παρανύμφους τους Αυτοκράτορες. Μάλιστα η παραμονή του ζεύγους στη Βασιλεύουσσα παρατάθηκε μέχρι το 1004 μ.Χ. (εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους).

Στη Βενετία τα Λείψανα της Μεγαλομάρτυρος κατατέθηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Ο Ιωάννης πέθανε από πανώλη στη Βενετία, το 1009 μ.Χ. Μετά τον θάνατό του δύο αδέλφια του, ο Επίσκοπος του Τορτσέλλο Όρσο και η Φιληκίτη, Ηγουμένη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επίσης στο Τορτσέλλο, πέτυχαν την μεταφορά των Λειψάνων στη Μονή αυτή, όπου παρέμειναν μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ.

Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν και πάλι στο Ναό του Αγίου Μάρκου κατά την περίοδο των Ναπολεοντίων Πολέμων, όπου και σήμερα φυλάσσονται. Πάντως μέρος τους παρέμεινε και στη Μονή του Τορτσέλλο. Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η Κάρα της Αγίας μεταφέρθηκε στο Μοντεκοτίνι της Ιταλίας, όπου σήμερα φυλάσσεται, όπως και το μέρος των Λειψάνων που φυλάσσεται στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ριέτι.

Επίσης, κατά το 12ο αιώνα μ.Χ., μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930 μ.Χ., όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.

Την 1η Ιουνίου 2003 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς την Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή της Βενετίας και τον Επίσκοπό της Άγγελο Scolla, δόθηκε μέρος των Λειψάνων της Αγίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Το Λείψανο παραλήφθηκε με τις δέουσες τιμές από τον Γενικό Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας Επίσκοπο Φαναρίου Αγαθάγγελο και κατατέθηκε στο ομώνυμο Προσκύνημα του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής.

Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες Αγία προστάτις πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828 μ.Χ. όπου και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση στη συνέχεια γεύματος όπου έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυρβολητές.

Στη Ορθόδοξη εικονογραφία η Αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται πολλές φορές μ’ ένα ποτήριο στο χέρι όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι την θεία κοινωνία. Συχνά τη συναντούμε κοντά σ΄ έναν πύργο (με τρία παράθυρα) ή κρατώντας ένα βιβλίο (για τους ετοιμοθάνατους) ή ένα κλαδί φοίνικα.


Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

  


Ἀντίστροφον σταύρωσιν Ἀνδρέας φέρει,
Φανεὶς ἀληθῶς οὐ σκιώδης ἀντίπους.
Σταυρὸν κακκεφαλῆς τριακοστῇ Ἀνδρέας ἔτλη.



Βιογραφία
Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.

Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.

Διαβάστε εδώ, μια Παράκληση στον Απόστολο Ανδρέα, ποίημα του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη.


Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

 



Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ 
(Η μνήμη του τιμάται στις 26 Νοεμβρίου) 


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Αναρίθμητο είναι το πλήθος των Χριστιανών μαρτύρων, που αγάπησαν τον Χριστό με όλη την δύναμη της ψυχής τους, φτάνοντας στο σημείο να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα γι’ Αυτόν. Δεν υποχώρησαν ούτε μια στιγμή μπροστά στα πολυποίκιλα βασανιστήρια των ειδωλολατρών, που τους ζητούσαν να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό, αν ήθελαν να ζήσουν.

Με όπλο την ασάλευτη πίστη και αγάπη που είχαν στην καρδιά τους για τον γλυκύ τους Ιησού, δεν λιποψύχησαν, ούτε όταν τους έβαζαν μέσα σε καζάνια με πίσσα για να τους βράσουν, ούτε όταν τους έριχναν μέσα στο στάδιο με θηρία και λιοντάρια για να τους φάνε, ούτε όταν τους σταύρωναν πάνω στα ξύλα σαν τον Χριστό για να τους σκοτώσουν, ούτε όταν σήκωνε ο δήμιος το ξίφος για να τους αποκεφαλίσει.

Χίλια δυο μαρτύρια και βασανιστήρια προσπαθούσαν να εφεύρουν οι σατανικοί διώκτες του Χριστού, προκειμένου να λυγίσουν την πίστη των ένδοξων ηρώων της αγίας Εκκλησίας μας. Μάταια όμως. Σαν τα άστρα του ουρανού, αμέτρητα και λαμπερά, στολίζουν σήμερα το μαρτυρολόγιο της Χριστιανικής θρησκείας οι καλλίνικοι μάρτυρες.

Αλλά και αργότερα, όταν η Χριστιανική πίστη είχε πλέον εδραιωθεί στις συνειδήσεις του κόσμου, ώστε να ανακηρυχθεί επίσημη θρησκεία λαών και κρατών, μια άλλη τάξη, μαρτύρων του πνεύματος αυτή τη φορά, άρχισε να εμφανίζεται και να πολλαπλασιάζεται ραγδαία.

Ήταν όλοι εκείνοι που εγκατέλειπαν τον κόσμο, με όλες τις χαρές και τις ψεύτικες ηδονές του, και έτρεχαν σαν τα διψασμένα ελάφια στις ερημιές, για να λατρεύουν μόνοι τους εκεί, μέρα νύχτα, Αυτόν που αγαπούσαν πιο πολύ από κάθε τι άλλο σ’ αυτή τη γη, τον γλυκύ Ιησού, τον έρωτα της καρδιάς τους.

Οι ερημικοί αυτοί αναίμακτοι μάρτυρες δεν ήταν λιγότεροι από αυτούς που θυσιάστηκαν αιματηρά από τους ειδωλολάτρες. Άπειρο είναι και αυτό το τάγμα των οσίων ασκητών και ισοδύναμο με αυτό των μαρτύρων. Ανάμεσα σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεται και ο μεγάλος θαυματουργός, άγιος Στυλιανός.



2. ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΑΠ΄ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ


Συνεχίζει να μαίνεται ο πόλεμος των ειδωλολατρών κατά των Χριστιανών, αν και πλησιάζει προς το τέλος του πια, γιατί σε λίγο θα κάνει την εμφάνισή του η ιστορική και αγιασμένη προσωπικότητα του μεγάλου ισαποστόλου αυτοκράτορα Αγίου Κωνσταντίνου.

Ο ασεβής Μαξιμιανός εξακολουθεί να ταλαιπωρεί και να εξοντώνει με χίλια δυο βασανιστήρια τους ομολογητές της χριστιανικής πίστης και να πολλαπλασιάζει έτσι τους ένδοξους μεγαλομάρτυρες του Χριστού.

Την περίοδο αυτή σε μια πανέμορφη μικρή πόλη της Παφλαγονίας, το Στέφι, ένα νεαρό χριστιανικό ανδρόγυνο παρακαλεί με δάκρυα και προσευχές τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί, που να Τον δοξάσει με τη ζωή και τα έργα του.

Ποθούσαν πολύ να κάνουν παιδιά, για να τα δουν και να τα καμαρώνουν σαν πολύτιμα μαργαριτάρια, στην αγκαλιά της αγίας μας Εκκλησίας. Σκόπευαν να αναθρέψουν τα παιδιά τους έτσι ώστε να αγαπήσουν με όλη τους την καρδιά τον Σωτήρα Χριστό και να Τον υπηρετήσουν πιστά όπως οι άγγελοι στον Ουρανό. Για χάρη Του, να μην φοβηθούν και να μην δειλιάσουν ποτέ, αλλά με θάρρος να ομολογούν την πίστη τους στον αληθινό Θεό.

Το να συναριθμηθούν τα παιδιά τους μαζί με τους αγίους της Εκκλησίας μας ήταν η πιο μεγάλη επιθυμία της καρδιάς τους.

Αλήθεια, τι μεγάλος και αληθινός στόχος για έναν πραγματικό Χριστιανό γονιό!

Και ο Χριστός, που βλέπει και αφουγκράζεται τις ωραίες επιθυμίες των παιδιών του, άκουσε και των ευσεβών αυτών Χριστιανών τις θερμές προσευχές και ικεσίες.

Κυοφόρησε η γυναίκα στη μήτρα της, με τη χάρη του Θεού, ένα παιδί, το οποίο επρόκειτο να γίνει κατόπιν μεγάλο πνευματικό αστέρι και με τη λάμψη του θα καθοδηγούσε στο φως της αλήθειας πλήθος ανθρώπων, διψασμένων για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Όταν το ένιωσε στα σπλάγχνα της η ευσεβής αυτή μητέρα, από την μεγάλη χαρά και ευτυχία της, άρχισε να δοξολογεί κάθε μέρα με ύμνους και ευχαριστίες τον Θεό.

Και ο Θεός ευλογούσε και τη μάνα και το παιδί. Μικρά και παράδοξα πράγματα που της συνέβαιναν όσο αυτή το κυοφορούσε στα σπλάγχνα της, την έπειθαν ότι αυτό το παιδί θα γινόταν κάτι το ξεχωριστό. Θα αγαπούσε και θα υπηρετούσε τον Θεό με τέτοιο τρόπο, που πολλοί άνθρωποι θα το είχαν για φως και οδηγό.

Όσο ένιωθε ότι ο Θεός ευλογούσε το μικρό της αγγελάκι, τόσο και αυτή αγωνιζόταν να γίνει όλο και πιο ευσεβής χριστιανή. Ένιωθε συνεργάτης του Θεού στο μεγάλο αυτό έργο της δημιουργίας, γι’ αυτό και αγωνιζόταν με όλες τις δυνάμεις της να μην κάνει κάτι που θα πρόσβαλε τον αγαπημένο της Κύριο ή θα λυπούσε το μικρό βρέφος που είχε στα σπλάγχνα της.

Εκείνο, λες και αντιλαμβανόταν όλες τις επιθυμίες και τα έργα της μητέρας του, φρόντιζε να δείχνει με τον δικό του μοναδικό τρόπο τα βρεφικά του αισθήματα. Όταν η μητέρα του προσευχόταν, εκείνο πανηγύριζε μέσα στη μήτρα της, φανερώνοντας με τα σκιρτήματά του την χαρά και την ευτυχία του. Όταν πάλι η μητέρα του έκανε κάποια καλή και ενάρετη πράξη, της μετέδιδε με τον τρόπο του την επιδοκιμασία του.

Η αγία μητέρα του τα καταλάβαινε όλα αυτά πολύ καθαρά, γι’ αυτό και με την ευσεβή χριστιανική ζωή της αγωνιζόταν να το κάνει όσο μπορούσε περισσότερο χαρούμενο και ευτυχισμένο.

Έτσι κυλούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες, μέχρι που ένα μυρωμένο ανοιξιάτικο πρωινό, στις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ., μαζί με τον φωτεινό ολόλαμπρο ήλιο που έκανε πανηγυρικά την εμφάνιση του στο ουράνιο στερέωμα, ένας άλλος ήλιος φωτεινός γεννιόταν σε ένα μικρό σπιτάκι, από μια ευσεβή και αγία μητέρα. Το παιδί αυτό επιλέχθηκε από τον Θεό να φωτίσει, με τις αγίες διδασκαλίες του αλλά και την αγιασμένη ζωή του, αναρίθμητο πλήθος ανθρώπων, που διψούσαν να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό.




3. Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ


Η γέννηση του ευλογημένου αυτού παιδιού γέμισε με χαρά και πολύ ευτυχία τους ευσεβείς γονείς του. Μέρα νύχτα ευχαριστούσαν και δοξολογούσαν τον Θεό για το μεγάλο δώρο που τους χάρισε. Αν και ζούσαν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, τώρα αγωνιζόντουσαν ακόμα περισσότερο να γίνουν καλύτεροι Χριστιανοί.

Ήταν να θαυμάζεις το χριστιανικό αυτό σπίτι, που είχε σαν κύριο στόχο και σκοπό του το πώς να δοξάζει όλο και περισσότερο, με λόγια και με έργα, τον Θεό.

Η αγάπη που είχαν στους φτωχούς και δυστυχισμένους ανθρώπους είχε γίνει τόσο γνωστή, ώστε πολλοί ταλαίπωροι και βασανισμένοι έφταναν στο σπιτάκι τους για να πάρουν δώρα αγάπης απ’ το αντρόγυνο αυτό του ελέους.

Οι πεινασμένοι έβρισκαν κοντά τους ένα κομμάτι ψωμάκι για να ξεγελάσουν την πείνα τους και οι ρακένδυτοι ένα ρουχαλάκι πάνω στο γυμνό κορμί τους να φορέσουν. Αλλά και οι απελπισμένοι από τα διάφορα και πολυποίκιλα προβλήματα της ζωής έβρισκαν κοντά στο ευλογημένο αυτό ζευγάρι μια σωστή και φωτισμένη συμβουλή, που έδιωχνε μακριά την απαισιοδοξία και τους γέμιζε με ελπίδα και αισιοδοξία.

Η καλοσύνη τους προς όλους τους ανθρώπους, η ευσπλαχνία προς στους πολυπληθείς πάσχοντας και η θερμή προσευχή τους, ήταν τρία πράγματα που δεν θα ξεχάσει ποτέ από τους γονείς του ο μικρός Στυλιανός. Ιδίως, όμως, η θερμή προσευχή των γονιών του δεν θα φύγει ποτέ μέσα από την σκέψη του.

Οι ωραιότερες στιγμές της ζωής του ήταν εκείνες που, γονατισμένος μπροστά στο άγιο εικονοστάσι, προσευχόταν μαζί με τους ευσεβής γονείς του. Βλέποντας πως προσευχόντουσαν οι γονείς του, καταλάβαινε πως προσευχόντουσαν οι άγιοι.

Το ζωντανό παράδειγμά τους θα ακολουθήσει και ο ίδιος για να προσελκύσει στην καρδιά του τη χάρη και την ευλογία του Θεού.

Έτσι, μεγαλώνοντας ο μικρός Στυλιανός μέσα σε ένα τέτοιο άγιο περιβάλλον, έμαθε τα δυο βασικά πράγματα, που σαν δυο φτερά αετού, θα τον βοηθούσαν να πετάξει στις ψηλές βουνοκορφές των θείων αρετών. Το ένα ήταν η απόλυτη αγάπη στον Θεό και το άλλο η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Από μικρό παιδί έμαθε να εργάζεται και τις δύο αυτές θεϊκές εντολές και να ευαρεστεί έτσι και τον Θεό και τους συνανθρώπους του.

Σαν παιδί δεν του άρεσαν οι κακές συναναστροφές και συνομιλίες, γι’ αυτό και δεν ήθελε ποτέ να βρεθεί εκεί, που θα μπορούσε να κάνει κάποιο λάθος ή να αμαρτήσει.

Φοβόταν την αμαρτία πάρα πολύ, γιατί ένιωθε πως τον χώριζε από τον αγαπημένο του Θεό και Λυτρωτή.

Τα λόγια του ήταν μετρημένα και συνετά. Η δε συμπεριφορά του ήταν τέτοια, που σου έδινε την αίσθηση μεγάλου και σοφού ανθρώπου. Το προσωπάκι του ακτινοβολούσε πάντα από ουράνια χαρά και ειρήνη, που χαιρόσουν να το βλέπεις.

Όλοι το αγαπούσαν αυτό το ευλογημένο και τρισχαριτωμένο παιδάκι, το οποίο ζούσε σ’ αυτή τη γη σαν ένα μικρό αγγελάκι.


4. Ο ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΕΦΗΒΟΣ


Οι μήνες περνούσαν και τα παιδικά χρόνια έφευγαν. Σιγά - σιγά ο Στυλιανός έμπαινε στα δύσκολα εφηβικά χρόνια. Είναι τα χρόνια που τα παλικάρια και οι κοπέλες συνειδητοποιούν την αρσενική ή θηλυκή τους υπόσταση και ζουν ανάλογα, παρασυρμένοι πολλές φορές από την δύναμη των σαρκικών παθών. Είναι η περίοδος που η αθωότητα αρχίζει να υποχωρεί και ξυπνούν οι αδυναμίες της φύσης με ότι αυτό συνεπάγεται. Αν υπολογίσει κανείς και την ελευθερία των ηθών, που επικρατούσε στην ειδωλολατρική ακόμα εκείνη εποχή, μπορεί να αντιληφθεί κανείς πόσο δύσκολη ήταν η ηθική ζωή στη εφηβεία των παιδιών.

Ο Στυλιανός μπήκε στην νεανική περίοδο της ζωής του εφοδιασμένος με τα ισχυρά όπλα της πίστης, της προσευχής και της εγκράτειας, που από πολύ νωρίς του τα δίδαξαν αλλά και φρόντισαν να του τα εμπεδώσουν οι ευσεβείς Χριστιανοί γονείς του.

Έτσι, η δύσκολη αυτή νεανική περίοδος της ζωής των εφήβων ήταν για τον Στυλιανό άλλη μια ευκαιρία για μεγαλύτερους και ωραιότερους αγώνες, που θα τον έφερναν ακόμα πιο κοντά στην κατάκτηση των επιθυμητών ψηλών και ωραίων βουνοκορφών, των θείων αρετών.

Ο δρόμος του είναι διαφορετικός από τον δρόμο των υπόλοιπων συνομηλίκων παιδιών.

Εκείνοι συχνάζουν τακτικά σε γιορτές και πανηγύρια, όπου ξέφρενοι χοροί και πονηρά νεανικά παιχνίδια, κηλιδώνουν την καθαρότητα της ψυχής και μολύνουν το επιρρεπές στα πάθη σώμα.

Ο Στυλιανός αντιλαμβάνεται τους μεγάλους αυτούς κινδύνους και τα τεχνάσματα του σατανά. Αναγνωρίζει τις αδυναμίες της σάρκας, γι’ αυτό και φροντίζει να περιφρουρεί την ψυχή του.

Από το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο μελετάει νύχτα μέρα, ξέρει πολύ καλά πως το πονηρό γένος των δαιμόνων, που με τα διαβολικά τους τεχνάσματά ξεσηκώνουν φοβερούς πειρασμούς στη σάρκα του ανθρώπου, δεν μπορεί να ηττηθεί με κανέναν άλλο τρόπο εκτός από νηστεία, άσκηση και προσευχή.

Έτσι, από τα νιάτα του αρχίζει έναν αδυσώπητο αγώνα κατά του διαβόλου και των παθών.

Προσεύχεται πολλές ώρες την ημέρα, με τέτοια δύναμη και αγάπη στο Θεό, που τρομοκρατεί τον σατανά με τις πύρινες παρακλήσεις και ευχές του. Όταν σηκώνει τα χέρια και τα μάτια της ψυχής του στον ουρανό, γίνεται ολόκληρος μια στήλη πύρινης φωτιάς, που σκορπίζει τα δαιμονικά τάγματα και διαλύει τις πονηρές μηχανορραφίες τους.

Ο Στυλιανός με τη θεία φώτιση γίνεται έμπειρος τεχνίτης των θείων αρετών αλλά και της πολεμικής τέχνης κατά του άσπονδου εχθρού των ανθρώπων, του διαβόλου.

Ο σατανάς μάταια προσπαθεί να του φέρει στο νου πονηρές εικόνες και να του υπενθυμίσει πόσο ωραία είναι η ζωή με τις σαρκικές χαρές και ηδονές της. Πριν προλάβει να του τις παρουσιάσει, τον καίει και τον διώχνει με τη θερμή του προσευχή.

Γνωρίζει πολύ καλά να ασφαλίζει τον πύργο της ψυχής του, που είναι ο νους, ώστε να μη μπορεί να μπει από πουθενά, ούτε από καμιά μικρή χαραμάδα και η παραμικρή πονηρή σκέψη και διαβολιά.

Εάν κατακτηθεί ο νους από τις δαιμονικές πονηριές, τότε δεν είναι και τόσο δύσκολο στον πονηρό δαίμονα να κατακτήσει μετά και το δεύτερο μεγάλο κάστρο του ανθρώπου, την καρδιά του. Και τότε, η πτώση του ανθρώπου σε λάθη και αμαρτήματα δεν είναι δύσκολη.

Για την καλύτερη, λοιπόν, άμυνα της ψυχής του εναντίον των δαιμονικών αυτών τεχνασμάτων, ο νεαρός Στυλιανός εκπαιδεύεται όσο το δυνατό καλύτερα στην τέχνη της προσοχής του νου. Με ιερά αναγνώσματα, με γονυκλισίες, με αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή οπλίζεται πνευματικά εναντίων των δαιμόνων και των σατανικών επιδρομών τους.

Μέσα στην καρδιά του υπάρχει χαραγμένη με ανεξίτηλο θεϊκό μελάνι μόνο μια μορφή και ένα όνομα. Είναι η μορφή και το όνομα του πολυαγαπημένου του Θεού και Σωτήρα, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ο Χριστός ευλογεί το νεαρό αυτό παλικάρι και το στολίζει με όλο και περισσότερα χαρίσματα. Ο νους του, η καρδιά και το σώμα του λάμπουν από αγνότητα και πνευματική καθαρότητα. Αν και είναι έφηβος τώρα, νομίζεις πως έχεις μπροστά σου ένα αθώο βρέφος.

Οι γονείς του χαίρονται για την πνευματική πρόοδο του παιδιού τους και δοξάζουν τον Θεό μέρα νύχτα για το πολύτιμο δώρο που τους έδωσε.

Και ο Στυλιανός, όμως, χαίρεται και δοξολογεί τον Θεό για τους ευσεβείς γονείς του. Δεν ξεχνά πως χάρη σ’ αυτούς, έγινε αυτό που είναι. Αυτούς έχει για παράδειγμα ευσεβείας και σωστής χριστιανικής ζωής, ώστε τώρα ο ίδιος να γνωρίζει και να αγαπά το Χριστό τόσο πολύ!

Η χαρά του, όμως, για την παρουσία των γονιών του δίπλα του, στους μεγάλους πνευματικούς αγώνες του, δυστυχώς δεν κράτησε πολύ. Οι αγαπημένοι γονείς του, μετά από θανατηφόρα αρρώστια έφυγαν ο ένας μετά τον άλλο απ’ αυτό τον κόσμο, αφήνοντας τον στη γη μόνο και ορφανό για να συνεχίσει την πορεία της ζωής του.


5. ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ




Μετά το θάνατο των γονιών του, ο Στυλιανός βρέθηκε κληρονόμος μιας σημαντικής κτηματικής περιουσίας, την οποία θέλει να εναποθέσει στα χέρια της Εκκλησίας του, ώστε να διαμοιραστεί με δικαιοσύνη στα χέρια των άπορων και φτωχών χριστιανών.

Η γνωστή σε όλους σύνεση, σοφία και αγιότητα του σεβάσμιου Επισκόπου του, φέρνει τον Στυλιανό κοντά του, για να του εξομολογηθεί τους ιερούς πόθους της ψυχής του και τις άγιες επιθυμίες της καρδιάς του.

Ο Επίσκοπος, επειδή γνώριζε πολύ καλά και αυτόν αλλά και τους ευσεβείς γονείς του, ήθελε να κάνει τον Στυλιανό ιερέα και να τον κρατήσει κοντά του.

Εξάλλου, η Εκκλησία την περίοδο αυτή περνούσε πολλές δυσκολίες και θλίψεις. Αν και στον αυτοκρατορικό θρόνο βρισκόταν τώρα ο άγιος βασιλιάς και ισαπόστολος Κωνσταντίνος, ο οποίος έβαλε τέρμα στους φοβερούς διωγμούς των ειδωλολατρών εναντίων των Χριστιανών, ο σατανάς είχε αρχίσει έναν άλλο μεγάλο πόλεμο, εσωτερικό αυτή τη φορά, εναντίον της Εκκλησίας. Άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες αιρέσεις που ταλαιπώρησαν υπερβολικά την Εκκλησία του Χριστού, όπως ο Αρειανισμός, που αρνιόταν την θεότητα του Χριστού.

Η παρουσία στις τάξεις του ιερού κλήρου αγίων ανθρώπων, οι οποίοι με το κύρος και την αγιότητά τους θα στήριζαν όλους εκείνους τους χριστιανούς, που η αμφιβολία γύρω από την πίστη βασάνιζε την ψυχή τους, ήταν πολύ αναγκαία.

Μάταια, όμως, ο Επίσκοπος, προσπαθούσε να κρατήσει τον νεαρό Στυλιανό μέσα στον κόσμο. Η καρδιά του νεαρού παλικαριού αγαπούσε την ησυχία και την ασκητική ζωή, γι΄ αυτό, του ήταν σχεδόν αδύνατο να ζήσει με χαρά και γαλήνη μέσα στον κόσμο.

Τον έρωτα του νεαρού Στυλιανού για την απομόνωση και τους μεγάλους ασκητικούς αγώνες δεν άργησε να τον συνειδητοποιήσει ο άγιος ποιμενάρχης του.

Έτσι, ικανοποιώντας την ιερή επιθυμία του αγίου αυτού νέου, τον βοήθησε να πουλήσει όλη την περιουσία του και να την διανείμει στους φτωχούς και τους δυστυχισμένους της περιοχής του.

Αποδεσμευμένος πλέον ο Στυλιανός από κάθε τι κοσμικό και υλικό, σύμφωνα με τις συμβουλές του ποιμενάρχη του, ξεκίνησε να βρει ένα ευλογημένο μοναστηράκι, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να αφιερωθεί πλήρως, με όλη την ψυχή και το σώμα του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό.

Στα αμέσως μετά τους διωγμούς χρόνια υπήρχαν πολλοί χριστιανοί, οι οποίοι δεν μπορούσαν να συμβιβάσουν τη ζωή τους με τη χαλαρή πνευματική ζωή της εποχής τους στον κόσμο και επιθυμούσαν να ζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια στην χριστιανική τους πορεία. Επιθυμούσαν περισσότερη προσευχή και άσκηση, σε συνδυασμό με την απόλυτη ησυχαστική ζωή.

Για το λόγο αυτό, από πολύ νωρίς, άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτοι ερημίτες και ασκητές, καθώς και τα πρώτα μικρά μοναστηράκια, όπου δυο, τρία ή και ακόμα περισσότερα άτομα, ζούσαν μακριά από τον κόσμο, με άσκηση, νηστεία και προσευχή.

Σ’ αυτό συνέβαλε έντονα το παράδειγμα και η διδασκαλία μεγάλων οσιακών μορφών της Εκκλησίας μας, που την εποχή εκείνη έπαιζαν ρόλο πνευματικών ηγετών. Η μεγάλη μορφή του αγίου Αντωνίου που μεσουρανούσε στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας, με τους περίφημους μεγάλους και ασκητικούς αγώνες του, είχε γίνει σύμβολο και σημείο αναφοράς των ασκητικών αγώνων σε όλους τους σύγχρονους αγωνιστές του πνεύματος.

Ένας, λοιπόν, απ’ αυτούς, που ζήλευαν τους μεγάλους και ασκητικούς αγώνες τούτων των οσίων και ήθελαν να φθάσουν στα πνευματικά τους επιτεύγματα, ήταν και ο νεαρός Στυλιανός.

Ο Στυλιανός έψαξε με προσοχή και βρήκε ένα μικρό μοναστηράκι, μέσα στο οποίο αγωνιζόντουσαν με εξαιρετική απλότητα και αγιοσύνη μερικοί άγιοι μοναχοί. Ο σεμνός και αγιασμένος τρόπος με τον οποίο ζούσαν, σαγήνεψαν τη ψυχή του αγίου μας, ο οποίος αποφάσισε να μείνει κοντά τους και να μιμηθεί την άγια ζωή τους.


6. ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ


Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που αποφάσισε να εγκαταβιώσει μέσα στο μικρό αυτό μοναστηράκι και οι υπόλοιποι συνασκητές του αγίου μας είχαν κυριολεκτικά εκπλαγεί μαζί του.

Όταν τον δέχτηκαν στο μοναστηράκι τους, είδαν απλώς έναν ευσεβή νεαρό με μεγάλο πόθο στην ασκητική ζωή. Τώρα, όμως, λίγους μόνο μήνες μετά από τον ερχομό του, αντιλαμβάνονται ότι έχουν μπροστά τους έναν έμπειρο και δυνατό στους πνευματικούς αγώνες ασκητή, που προκαλεί με τα ασκητικά παλαίσματα και την πύρινη προσευχή του σύγχυση και ταραχή στους αιώνιους εχθρούς του ανθρώπου, στους πονηρούς δαίμονες.

Στην αρχή δεν μπορούν να το πιστέψουν και αμφιβάλλουν. Όσο όμως ο χρόνος περνά και βλέπουν τις αμέτρητες και μεγάλες νηστείες που κάνει, την απόλυτη υπακοή που δείχνει στον ηγούμενο αλλά και στους υπόλοιπους πατέρες, την μεγάλη αφοσίωση και προσοχή στην προσευχή που έχει, ώστε να ξεχνιέται σ’ αυτήν, αρχίζουν να αμφιβάλλουν αν έχουν μπροστά τους άνθρωπο με σάρκα και οστά σαν κι αυτούς ή άγγελο εξ ουρανού φερμένο.

Όλοι εκεί μέσα αρχίζουν να τον θεωρούν ως πρότυπο αρετής και ασκητικής ζωής και δοξάζουν τον Θεό, γι’ αυτόν τον σοφό οδηγό που τους έστειλε να τους οδηγεί.

Ο τρόπος της ζωής του και η αγία διαγωγή του δεν ξεφεύγει ούτε από τα μάτια πολλών Χριστιανών, που κατά καιρούς επισκέπτονται για πνευματική ωφέλεια το μικρό αυτό μοναστηράκι.

Εν τω μεταξύ, ο ηγούμενος έχει κείρει μοναχό το νεαρό παλικάρι, που τώρα ακόμα περισσότερο αγωνίζεται υπεράνθρωπα στο στάδιο των πνευματικών παλαισμάτων.

Σαν άσαρκος παλεύει νύχτα μέρα με τον σατανά, ο οποίος δεν μπορεί να ανεχτεί τις μεγάλες ήττες που δέχεται από ένα νεαρό παλικάρι. Ο δαίμονας ωρύεται. Επιστρατεύει και άλλους πολλούς μαζί για να πολεμούν όσο το δυνατό περισσότερο τον άγιο μας. Από τη μια του δείχνει σε οράματα τις αμέτρητες χαρές του κόσμου, και τι δήθεν χάνει μένοντας κλεισμένος στο μοναστήρι και από την άλλη του παρουσιάζει όμορφες κοπέλες, σκανδαλωδώς ντυμένες, για να τον ωθήσει σε δυνατούς σαρκικούς πειρασμούς.

Ο άγιος μας αντιστέκεται σθεναρά και πολεμά σαν γίγαντας. Οπλισμένος με βαθιά πίστη και αγάπη στο Θεό, σηκώνει τα χέρια του στον ουρανό και με την πύρινη προσευχή του διαλύει τα πονηρά σατανικά τεχνάσματα.

Οι δαίμονες θυμωμένοι από τις ήττες τους, εξαιτίας της πύρινης προσευχής του, η οποία τους κατακαίει σαν χίλια ηφαίστεια μαζί, δημιουργούν μεγάλη ταραχή και πολλές φορές αναστατώνουν το περιβάλλον γύρω του.

Για να τον φοβίσουν, παρουσιάζονται άλλοτε σαν φίδια έτοιμα να τον δηλητηριάσουν, άλλοτε σαν λιοντάρια να τον κατασπαράξουν και άλλοτε σαν δήθεν υπάκουοι άγγελοι για να τον υπηρετήσουν και να τον ξεγελάσουν. Του ρίχνουν από τα μαγικά φίλτρα τους υγρά στα μάτια του για να τον κάνουν να κοιμηθεί και να σταματήσει την προσευχή, που τους κατακαίει, ή του φέρνουν καναπέδες για να ξεκουραστεί δήθεν από την συνεχή αγρυπνία, που όρθιος κάνει μέσα στο κελί του. Και τι δεν μηχανεύονται στην προσπάθειά τους να κερδίσουν έστω και μια μικρή νίκη!

Ο θεοφώτιστος, όμως, Στυλιανός δεν τους αφήνει ούτε μια στιγμή να χαρούν και να πουν ότι κέρδισαν έστω και μια μάχη.

Οι Πατέρες του μοναστηριού έχουν συνηθίσει να ακούν τις φωνές, τις κραυγές και τα κλάματα των δαιμόνων από τις ήττες τους στον πνευματικό αυτό πόλεμο που άνοιξαν με τον άγιο ασκητή.

Ο κόσμος δεν αργεί να αντιληφθεί το μεγαλείο της οσιακής μορφής του και αρχίζουν να τον επισκέπτονται για συμβουλές αλλά και θεραπεία.

Ο Θεός, για την μεγάλη αγνότητα και καθαρότητα της ψυχής του, τον έχει στολίσει με το χάρισμα της θαυματουργίας. Αρκεί να προσευχηθεί για κάποιον και να παρακαλέσει τον Θεό να δείξει ευσπλαχνία στο πλάσμα του και, ω του θαύματος, γινόταν αμέσως εισακουστός.

Κυρίως ο άγιος, αγαπούσε τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, τα οποία με πολύ χαρά ευλογούσε με το αγιασμένο χέρι του. Πάντα τον συγκινούσε η αγνότητα και η αθωότητα των μικρών παιδιών.

Εξηγώντας την ιδιαιτερότητα αυτή της αγάπης του, έλεγε σ’ όλους πως η αγνότητα του σώματος και η καθαρότητα της ψυχής είναι ο θρόνος του Θεού, στον οποίο αρέσκεται να κάθεται και να ξεκουράζεται ο Κύριος μας.

Την αγάπη του αυτή στα παιδιά την διαπίστωσαν εύκολα και γρήγορα όλοι οι γονείς που ερχόντουσαν στο μικρό και ευλογημένο μοναστηράκι του. Γι’ αυτό, όταν κάποιο από τα βρέφη ή τα μικρά παιδιά τους ήταν άρρωστο, το έφερναν γρήγορα, χωρίς χρονοτριβή, κατευθείαν στον άγιο μας.

Εκείνος, δεν αρνιόταν ποτέ να δώσει την βοήθειά του. Πλήθος είναι οι θεραπείες που έκανε στα μικρά παιδάκια, τους μικρούς αγγέλους του, όπως τα αποκαλούσε.

Οι θεραπείες αυτές, αλλά και οι χαρισματικές συμβουλές του, γρήγορα τον έκαναν τόσο γνωστό παντού, ώστε δεν μπορούσε πλέον να μείνει λίγο μόνος και ήσυχος στο κελί του με συντροφιά την αγαπημένη προσευχή του.

Η παραμονή στο μοναστήρι γινόταν πια όλο και πιο δύσκολη και βαθιά λύπη άρχισε να εμφανίζεται στη ψυχή του.

Είναι πολύ δύσκολο κάποιος από μας να καταλάβει τι νιώθουν οι ερωτευμένες με το Θεό ψυχές τη στιγμή της τέλειας ησυχίας, όταν η ψυχή, ξεχασμένη από κάθε τι κοσμικό και υλικό, ανεβαίνει νοερά στον ουρανό για να γίνει κατά την προσευχή ένα με το Θεό και τον ουράνιο κόσμο. Η απόλυτη ευτυχία και η θεϊκή ειρήνη που νιώθουν είναι τέτοια, που η μεγαλύτερη τους δυστυχία εκείνη τη στιγμή είναι κάποιος να τους σκουντήσει και να τους επαναφέρει στη γήινη πραγματικότητα.


* * *


Διαβάζουμε σε ένα Πατερικό βιβλίο για τον όσιο Αρσένιο, τον μεγάλο αυτό ασκητή της ερήμου, πως ύψωνε τα χέρια του στον ουρανό για προσευχή, σαν άλλος Μωυσής, την ώρα που έδυε πίσω του ο ήλιος και τα κατέβαζε μόνο όταν ανέτελλε ξανά το πρωί στο πρόσωπό του.


* * *

Στο ίδιο επίσης βιβλίο διαβάζουμε μια ακόμη καταπληκτική ιστορία για την αγάπη που έτρεφαν οι άγιοι για την προσευχή:




‘‘Ένα πρωί αποφάσισε να πάει στο κελί του αγίου Γέροντα του, του οσίου Σιλουανού, ο μαθητής του Ζαχαρίας, για να πάρει ευλογία και να αρχίσει ένα εργόχειρο. Χτύπησε την πόρτα του μικρού κελιού του οσίου Σιλουανού και περίμενε να ακούσει την πρόσκληση από το Γέροντα του για να μπει μέσα. Επειδή, όμως, δεν έπαιρνε απάντηση, άνοιξε μόνος του λίγο την πόρτα για να δει αν ήταν μέσα. Είδε τότε τον όσιο Σιλουανό σε κατάσταση θεϊκής έκστασης, να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό. Για να μην τον ενοχλήσει και τον διακόψει από την ιερή προσευχή του, έφυγε αθόρυβα. Όταν το μεσημέρι ξαναγύρισε, τον βρήκε στην ίδια στάση προσευχής, χωρίς να έχει κουνηθεί ούτε ένα χιλιοστό. Στην ίδια ακριβώς στάση τον βρήκε και το απόγευμα, όταν ήρθε πάλι να τον ξαναδεί. Και μόνο το βράδυ πια είδε τον Όσιο να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, στο χαμηλό σκαμνί του, απορροφημένο στις ουράνιες σκέψεις του.


- Τι σου συμβαίνει σήμερα, Γέροντα; τον ρώτησε ο Ζαχαρίας.


Ο Σιλουανός, για να μην αποκαλύψει από ταπεινοφροσύνη τις πνευματικές του θεϊκές εμπειρίες, προσπάθησε να τον παραπλανήσει.


- Τίποτε σοβαρό, παιδί μου. Απλά είχα μια μικρή αδιαθεσία.


Ο Ζαχαρίας, όμως, που είχε δει τον Γέροντα του να είναι απορροφημένος μέσα σε ουράνιες εμπειρίες, δεν πείστηκε από την καθησυχαστική απάντησή του και, αφού έπεσε γονατιστός στα πόδια του, τον παρακάλεσε:


- Δεν θα σηκωθώ από δω, Γέροντα, αν δεν μου φανερώσεις όσα είδες.


Τότε εκείνος αναγκάστηκε να ομολογήσει, πως την ώρα της προσευχής του βρέθηκε νοερά στη Βασιλεία των Ουρανών και έβλεπε την δόξα του Θεού’’.






7. ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΡΗΜΙΤΗΣ




Παρόμοιες ουράνιες καταστάσεις ζούσε μέσα στο κελί του την ώρα της προσευχής και ο θαυματουργός άγιος Στυλιανός. Γι’ αυτό, όταν για διάφορες αιτίες τον ενοχλούσαν και αναγκαζόταν έτσι να διακόψει την αγαπημένη του προσευχή, στενοχωριόταν πολύ.

Παράλληλα όμως με αυτή την στεναχώρια είχε και μια άλλη, που τον έθλιβε φοβερά. Ο κόσμος άρχισε να πλέκει παντού το εγκώμιο του θαυματουργού αγίου και, χωρίς να το θέλει, βοηθούσε τον σατανά, ο οποίος μετά μανίας αγωνιζόταν να ρίξει τον όσιο στην χειρότερη σατανική πλεκτάνη, αυτήν του εγωισμού και της έπαρσης.

Ο σατανάς είχε βρει την κατάλληλη ευκαιρία και άρχισε να του σφυρίζει στ’ αυτιά λόγια σατανικής υψηλοφροσύνης.

Ο άγιος μας κατάλαβε τον καινούριο πόλεμο που του είχε ανοίξει ο δαίμονας. Παρακαλούσε τον Θεό με δάκρυα στα μάτια να τον στηρίξει στη νέα δοκιμασία και ποτέ να μην επιτρέψει να πέσει στο κορυφαίο αμάρτημα του εγωισμού, με το οποίο ο Εωσφόρος από αρχάγγελος του Θεού έγινε δαίμονας πονηρός.

Ήταν τόσο μεγάλος ο φόβος του, μήπως πληγώσει άθελά του, έστω και με την ελάχιστη σκέψη εγωισμού, τον πολυαγαπημένο του Σωτήρα, ώστε αποφάσισε να φύγει από το μικρό μοναστηράκι του και να ασκητέψει ως άγνωστος ερημίτης στις άγριες και απάτητες βουνοκορφές του μεγάλου όρους Όλγασση, που απείχε κάμποσες μέρες δρόμο από το δικό του μοναστήρι.

Για να μη μάθει κανείς τίποτε και τον ακολουθήσει στη νέα του πορεία, αποφάσισε να φύγει κρυφά και μυστικά.

Έτσι, ένα βράδυ ασέληνο, για να μη προδοθεί από το φως του φεγγαριού, ο άγιος βγήκε σιγά - σιγά από το μοναστήρι και πήρε τον δρόμο της ερημιάς προς το φοβερό και δυσκολοπάτητο βουνό Όλγασσης, για περισσότερη ησυχία και μεγαλύτερους ασκητικούς αγώνες.

Όταν το αντιλήφθηκαν το άλλο πρωί οι συνασκητές του στο μοναστήρι αλλά και ο κόσμος, που είχε έρθει να τον δει και να πάρει την ευλογία του, πήραν μεγάλη λύπη και στεναχώρια στην καρδιά. Έκλαιγαν απαρηγόρητα, γιατί είχαν χάσει τον αλάνθαστο φωτεινό οδηγό για την σωτηρία της ψυχής τους. Μάταια τον έψαχναν για να τον βρουν και να τον παρακαλέσουν να γυρίσει πίσω.

Εκείνος, λες και είχε γίνει πουλί γοργόφτερο, πήγε στη πιο απάτητη βουνοκορφή κι εκεί, σαν τον υψιπέτη αετό, έφτιαξε την ασκητική του κατοικία. Μέσα στο πυκνό δάσος, δίπλα σε μια πηγή με γάργαρο νερό, προσευχήθηκε αφήνοντας την καρδιά του να ξεχειλίσει από αγάπη και ευγνωμοσύνη στο Θεό, που τον αξίωσε να βρεθεί μόνος του, με μόνη συντροφιά τον πολυαγαπημένο του Ιησού.

Έφτιαξε γρήγορα σε ένα κοίλωμα ενός βράχου μια πρόχειρη καλύβα από πέτρες και ξερά ξύλα για να προστατεύεται από τις δύσκολες καιρικές συνθήκες και ξεκίνησε αμέσως εκεί με χαρά για μεγάλους ασκητικούς αγώνες.

Νηστεύει τόσο πολύ, ώστε πολλές φορές περνούν και μέρες για να φάει λίγα από τα ελάχιστα χόρτα της γης, που φύτρωναν εκεί τριγύρω. Νερό πίνει κάθε τρεις μέρες ή μόνο μια φορά την εβδομάδα. Επιδίδεται σε εξαντλητικές ασκήσεις, νηστείες και αγρυπνίες. Προσεύχεται με άπειρες γονυκλισίες αδιάλειπτα, μέρα νύχτα, και ζει σ’ αυτή τη γη σαν να είναι άσαρκος άγγελος.

Οι δαίμονες τον πολεμούν ακατάπαυστα. Άλλοτε του παρουσιάζουν ψεύτικα οράματα με κοσμικές χαρές και ηδονές, με γυμνές κοπέλες, για να τον πειράξουν, άλλοτε του παρουσιάζονται σαν πλήθος άγρια ζώα έτοιμα να τον κατασπαράξουν και άλλοτε του δείχνουν τις δόξες του κόσμου για να τον συγκινήσουν και να εγκαταλείψει τον αγώνα του στο βουνό. Όταν, όμως, με όλα αυτά δεν καταφέρνουν τίποτε, τότε κλαίνε, ουρλιάζουν και του παραπονιούνται ότι δεν έφτανε που τους τυραννούσε στον κόσμο, τώρα ήρθε και εδώ, στον δικό τους ερημικό τόπο, για να τους διώξει.

Όσο αυτοί πληθαίνουν τους πολέμους τους, τόσο και αυτός πολλαπλασιάζει τους ασκητικούς αγώνες του.

Στο εξής, κάνει μέρες να φάει και να πιει νερό. Ακουμπώντας πάνω σ’ ένα ξερό κλαδί, που το χρησιμοποιεί για στήριγμα, μένει ατέλειωτες ώρες ξεχασμένος στην θερμή προσευχή του.

Αξιώνεται να βλέπει ουράνιες οπτασίες. Του αποκαλύπτονται τα μυστήρια του Θεού και της δημιουργίας του κόσμου. Βλέπει την δόξα του Θεού και μένει εκστατικός από τη χαρά και την ευτυχία του για ολόκληρες μέρες.






8. ΤΟΝ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ




Οι δύσκολες μέρες του χειμώνα είναι ένα πραγματικό μαρτύριο γι’ αυτόν, επειδή το χιόνι τα σκεπάζει όλα και δεν βρίσκει τίποτε να φάει. Ακόμα και αυτό το νερό έχει γίνει πάγος. Η υπομονή του προκαλεί τον θαυμασμό και αυτών ακόμα των αγγέλων.

Μια μέρα, που τα πάντα ήταν παγωμένα και δεν έβρισκε τίποτε να φάει ή να πιει, σχεδόν για έναν ολόκληρο μήνα, έσυρε με κόπο το ταλαιπωρημένο σώμα του κοντά στην πόρτα της καλύβας του, για να βάλει λίγο χιόνι στο στόμα του και να ξεδιψάσει λίγο.

Τότε, βλέπει να στέκεται μπροστά του ένας Μοναχός, με λαμπερό πρόσωπο και αγγελικά χαρακτηριστικά, να του χαμογελά, να του δίνει θάρρος και, κρατώντας στα χέρια του έναν ευωδιαστό άρτο, να του λέει:




- Στυλιανέ, πάρε το ψωμί αυτό που σου στέλνει η αγαθότητα του Θεού. Φάε και πάρε δύναμη και κουράγιο. Αρκετά δοκιμάστηκες επί τριάντα μέρες δίχως φαΐ και νερό μέσα στην μεγάλη αυτή παγωνιά. Από τη στιγμή αυτή, ο Θεός σου δίνει το χάρισμα να μην αισθάνεσαι πλέον ούτε το κρύο αλλά ούτε και την πείνα.




Αυτά του είπε ο Μοναχός, που στην πραγματικότητα ήταν ουρανόσταλτος άγγελος, και αμέσως εξαφανίστηκε.

Ο Στυλιανός πήρε το μοσχομύριστο ψωμί και έφαγε ένα κομμάτι απ’ αυτό. Το σώμα του πήρε τόση μεγάλη δύναμη, που ένιωσε να μην τον ενοχλεί πλέον ούτε η πείνα αλλά ούτε και το κρύο. Η αγάπη του Θεού πλημμύρισε τα σωθικά του και ένα κύμα ουράνιας χαράς, ειρήνης και ευτυχίας γέμισε την καρδιά του.

Η χάρις του Θεού είχε αγκαλιάσει τον άγιο ασκητή και τον είχε στολίσει με όλα τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος.

Οι δαίμονες τρομοκρατημένοι απ’ αυτή την ιδιαίτερη ευλογία του παναγίου Πνεύματος, δεν τολμούσαν πλέον να τον πειράξουν. Φοβισμένοι, εγκατέλειψαν τα σατανικά τεχνάσματά τους και άφησαν τον θεοφρούρητο ασκητή, ήσυχο να συνεχίσει την δική του αγγελική πορεία.






9. ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΛΥΧΝΟΣ




Ο Θεός δεν ήθελε να αφήσει άγνωστο και στην αφάνεια τον πιστό του δούλο. Έπρεπε το φως της αγιότητάς του να φανερωθεί, για να οδηγήσει με τις άγιες συμβουλές του στον αληθινό δρόμο, όλους εκείνους τους ανθρώπους, που διψούσαν για τη σωτηρία και την αληθινή Χριστιανική ζωή.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, ένας κυνηγός, ψάχνοντας να κυνηγήσει αγριογούρουνα, έφθασε μέχρι τα δύσβατα μέρη του βουνού που ασκήτευε ο άγιος Στυλιανός. Εκεί, είδε τον άγιο να κάθεται στην πηγή και να προσεύχεται με τόση αφοσίωση στο Θεό, που δεν πήρε χαμπάρι την παρουσία του. Ο κυνηγός, ενθουσιασμένος που αξιώθηκε να συναντήσει έναν άγιο ασκητή, δεν ήθελε να τον ενοχλήσει και να τον διακόψει από την ιερή προσευχή του. Έμεινε πολύ ώρα εκεί, περιμένοντας τον ασκητή να σταματήσει από μόνος του την προσευχή, και θαύμαζε τη ουράνια λάμψη που εξέπεμπε το φωτεινό και ασκητικό πρόσωπό του.

Όταν, κάποτε, ο άγιος επανήλθε από τη θεία έκσταση και είδε τον κυνηγό να στέκεται κοντά του, σαν διψασμένο ελαφάκι που έψαχνε πολύτιμο νερό να βρει, τον ευλόγησε εγκάρδια και του ευχήθηκε υγεία και κάθε ευλογία από το Θεό.

Μετά από λίγα λεπτά ο κυνηγός δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά και τον ενθουσιασμό του, καθώς έμαθε πως ο άγιος ασκητής που έβλεπε δεν ήταν άλλος από τον περίφημο και θαυματουργό άγιο Στυλιανό, που αγαπούσε πολύ τα βρέφη και τα παιδιά.

Με συγκίνηση έσκυψε να του φιλήσει τα χέρια και να τα βρέξει με τα δάκρυα της χαράς του.

Εδώ και αρκετό καιρό ο ίδιος βασανιζόταν από μια μεγάλη στεναχώρια, γιατί το μικρό του κοριτσάκι έπασχε από μια παράξενη και ανίατη αρρώστια και έσβηνε μέσα του σιγά - σιγά η ζωή.

Τώρα, γονατιστός μπροστά στον θαυματουργό άγιο Στυλιανό, τον προστάτη και θεραπευτή των μικρών παιδιών, τον ικέτεψε με γοερά δάκρυα να τον σπλαχνιστεί και να θεραπεύσει το παιδί του.

Ο άγιος μας συγκινήθηκε πολύ από τον σπαραχτικό πόνο του στοργικού πατέρα, που έβλεπε το κοριτσάκι του να αργοσβήνει απ' την αρρώστια, και αμέσως σηκώνεται όρθιος για προσευχή.

Έβαλε τον πατέρα να γονατίσει δίπλα του, για να προσεύχεται και αυτός μαζί του κι έπειτα σήκωσε στον ουρανό τα αγιασμένα του χέρια. Όταν σε λίγο τέλειωσε την θερμή προσευχή του, έλαμπε το πρόσωπό του από χαρά. Γύρισε προς τη μεριά που ήταν το χωριό του μικρού παιδιού και έκανε στον αέρα το σημείο του Σταυρού τρεις φορές. Έπειτα, με βαθιά πίστη γι’ αυτό που θα γινόταν, λέει στον κυνηγό:




- Πήγαινε, παιδί μου, γρήγορα στο μικρό σου κοριτσάκι και θα το βρεις υγιή. Ο Χριστός, τον οποίον λατρεύω, το έκανε καλά.




Σαν τρελός από αγωνία έτρεχε ο κυνηγός, για να φτάσει μια ώρα πιο γρήγορα κοντά στο μοναχοπαίδι του.

Ποιος μπορεί να περιγράψει τα αισθήματα χαράς και ευτυχίας όλης της οικογένειας του, όταν είδαν το ετοιμοθάνατο παιδί τους να ξυπνά από το λήθαργο μέσα στον οποίο ήταν βυθισμένο, να ανασηκώνεται από το κρεβάτι του πόνου και να ζητά λίγο φαγητό για να φάει.

Πέρασαν λίγες μέρες και το παιδί θεραπευμένο από την ανίατη αρρώστια του, παίζει τώρα χαρούμενο μαζί με τις φίλες του έξω στην αυλή του σπιτιού του και γεμίζει τον κόσμο με τις χαρούμενες κοριτσίστικες φωνές του.

Το θαύμα αυτό κάνει στην αρχή τον γύρο του χωριού και λίγο αργότερα φτάνει σε όλες τις γύρω περιοχές. Το όνομα του θαυματουργού άγιου Στυλιανού γίνεται γνωστό από στόμα σε στόμα και πολλοί άνθρωποι θέλουν να τον δουν και να πάρουν την ευχή και την ευλογία του. Ιδίως όλοι εκείνοι οι γονείς, που έχουν άρρωστα παιδιά, θέλουν να τρέξουν κοντά του για να τους δώσει με τις άγιες ευχές του την πολυπόθητη θεραπεία.

Ακόμα η άνοιξη δεν είχε φύγει, όταν ο κυνηγός μαζί με την θεραπευμένη κορούλα του και πλήθος ανθρώπων ανέβαιναν στο βουνό, όλοι μαζί, για να δουν και να πάρουν τις σοφές συμβουλές και τις αγιασμένες ευχές του θαυματουργού αγίου μας. Μαζί τους και πολλά παιδιά, άλλα άρρωστα και άλλα υγιή. Οι ευσεβείς γονείς τους τα έφεραν μαζί τους, για να τα ευλογήσει και να θεραπεύσει τα άρρωστα.

Ο άγιος πληροφορήθηκε από τη θεία Χάρη τον ερχομό των ανθρώπων αυτών και τους περίμενε όλους με χαρά κοντά στη δροσερή πηγή του με το γάργαρο νερό.

Άγγελος Κυρίου τον είχε ενημερώσει για το ιερό έργο που του είχε αναθέσει ο αγαπημένος του Σωτήρας Ιησούς. Η εντολή του Κυρίου του ήταν, εκτός από την θεραπεία των αγνών και αθώων παιδιών, να στηρίξει με τις συμβουλές του τους αδύνατους στην πίστη χριστιανούς και να τους δείξει το σωστό δρόμο της αρετής για να πετύχουν τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ήταν σωστό πανηγύρι η στιγμή εκείνη που, μπροστά όλα τα παιδιά και πίσω οι γονείς, έφθαναν στην πηγή, κοντά στον φημισμένο άγιο ασκητή.

Τα παιδιά έτρεχαν αμέσως κοντά του, άλλα να χωθούν μέσα στη στοργική και πατρική αγκαλιά του και άλλα, τα πιο μεγάλα, να κάτσουν δίπλα του ευτυχισμένα από την αγάπη που ένιωθαν να τους μεταδίδει. Εκείνος πάντα έβρισκε την ευκαιρία να τα χαϊδέψει στο κεφαλάκι τους και να τα ευλογήσει.

Συναντώντας τα άρρωστα παιδιά, σήκωνε πρώτα το βλέμμα του στον Ουρανό, προσευχόταν θερμά κι έπειτα τους έλεγε πως, με την χάρη του Θεού, μέχρι να επιστρέψουν στο σπιτάκι τους, όλα θα είχαν γίνει καλά από τις αρρώστιες που τα βασάνιζαν.

Μαζί με το χάδι και την πατρική ευλογία, τα παρότρυνε να αγαπούν το Θεό και να μη κάνουν ποτέ κάτι που να Τον πικραίνει. Να αποφεύγουν, από τώρα που είναι μικρά, κάθε κακό και κάθε αμαρτία.

Εκείνα, γαληνεμένα από τον τόσο γλυκό τρόπο που τους μιλούσε, ρουφούσαν σαν τη διψασμένη γη τις δροσοσταλίδες των λόγων του.

Η χαρά τους γινόταν μεγαλύτερη, όταν μάθαιναν από τον άγιο για το πόσο πολύ τυχερά παιδιά είναι, επειδή ο Χριστός την ώρα που βαπτίζονται τους χαρίζει ένα πολύτιμο δώρο, να το έχουν πάντα μαζί τους σε όλη τους τη ζωή. Τους δίνει έναν φύλακα άγγελο να τους συμβουλεύει πάντα στο καλό μέσα από τη συνείδησή τους, αλλά και να τα προστατεύει από κάθε κακό. Η χαρά των αγγέλων τους γίνεται ιδιαίτερα μεγάλη όταν τα βλέπουν να προσεύχονται ή να κάνουν καλές πράξεις. Λυπούνται, όμως, πολύ και πικραίνονται όταν τα βλέπουν να λένε άσχημες κουβέντες, να βάζουν στην αθώα καρδούλα τους άσχημους και πονηρούς λογισμούς και να κάνουν κακές πράξεις. Για το λόγο αυτό, πρέπει πάντα να είναι καλά παιδιά και να δίνουν χαρά στους αγίους αγγέλους τους. Έτσι, θα τα αγαπά ο Θεός πολύ και θα τα σκεπάζει με τη θεία Χάρη Του.

Ο σοφός και χαριτωμένος λόγος του δεν απευθυνόταν μόνο στα μικρά παιδιά αλλά και στους μεγάλους, στους γονείς των παιδιών.

Τους υπενθύμιζε πόσο μεγάλο και κορυφαίο δώρο Θεού είναι ένα παιδί μέσα στο σπίτι. Σαν τέτοιο πρέπει πάντα να το βλέπουν και να το προσέχουν, γιατί ο δαίμονας, που μισεί τα αγνά και αθώα παιδιά, αγωνίζεται πολύ να σπείρει στις καρδούλες τους κακίες, πονηριές και άσχημες σκέψεις.

Οι γονείς πρέπει να καθοδηγούν τα παιδιά τους από πολύ μικρά στο καλό και στην αρετή, ώστε να γίνεται ο νόμος του Θεού ζωή και βίωμα τους από την τρυφερή παιδική ηλικία.

Αυτό θα το πετύχουν όχι μόνο με λόγια αλλά κυρίως με έργα, με το ζωντανό παράδειγμά τους.

Το κάθε παιδί είναι σαν το σφουγγαράκι, που με μεγάλη ευκολία ρουφάει ότι του προσφέρουμε. Εύκολα μπορεί να αποτυπωθεί μέσα στην αγνή καρδούλα του η ευσέβεια, η καλοσύνη, αλλά και η κάθε αρετή που βλέπει πάνω στους γονείς του. Την συμπεριφορά των γονιών του θα έχει ως παράδειγμα προς μίμηση, ώστε, όταν θα μεγαλώσει, να γίνει καλός Χριστιανός και χρήσιμος στους συνανθρώπους του.

Αλίμονο, όμως, στο παιδί εκείνο, που μέσα στον κατάλευκο καμβά της ψυχής του έχουν αποτυπωθεί μόνο άσχημες και κακές εμπειρίες από το οικογενειακό περιβάλλον του ή από άλλους εξωτερικούς παράγοντες. Γι’ αυτό, η προσοχή των γονιών πρέπει να είναι μεγάλη και συνεχής. Δεν πρέπει να διδάσκουν τα παιδιά τους μόνο με θεωρίες και συμβουλές, που πολλές φορές γίνονται κουραστικές στα αυτιά των παιδιών, αλλά κυρίως με αγιαστικές πράξεις αγάπης και θυσίας.

Είναι ωραία και ευλογημένη συνήθεια κάποιων γονιών που νηστεύουν, προσεύχονται, κάνουν ελεημοσύνες και διάφορες άλλες καλές πράξεις, για χάρη των παιδιών τους. Ποτέ ο Θεός δεν παραβλέπει τις προσευχές των γονιών εκείνων, που γονατισμένοι Τον παρακαλούν να προσέχει, να φωτίζει και να οδηγεί στο καλό και στην αρετή τα παιδιά τους.

Ιδίως, όταν τα παιδιά έχουν γίνει ατίθασα και ανυπάκουα, τότε για ένα λόγο περισσότερο, οι διάφορες νηστείες και προσευχές για το δύσκολο παιδί τους είναι κάτι περισσότερο από αναγκαίες.

Κάποια προβλήματα των παιδιών τους, ιδίως τα δύσκολα και λεπτεπίλεπτα, να μην προσπαθούν να τα επιλύουν μόνοι τους, με βάση τις δικές τους αντιλήψεις, αλλά να τα εναποθέτουν στα χέρια του Θεού και να επιζητούν με την θερμή προσευχή τους την επέμβαση του Λυτρωτή Χριστού. Με αυτόν τον τρόπο, θα αποφεύγουν βεβιασμένες κινήσεις, που μπορεί να επιδεινώσουν ακόμα περισσότερο τα προβλήματα των παιδιών και να δημιουργήσουν μεγαλύτερο άγχος και στεναχώρια.

Με έμφαση και με πολλές επαναλήψεις, για να το εμπεδώσουν καλύτερα, τους έλεγε να μη ξεχνούν ποτέ την εξής συμβουλή:

<<Πριν πείτε κάτι στο παιδί, είτε σαν συμβουλή, είτε σαν επίπληξη, οπωσδήποτε πρέπει να περνάτε πρώτα από το εικονοστάσι του σπιτιού σας κι εκεί να κάνετε προσευχή, για να σας φωτίσει ο Θεός τι πρέπει να πείτε στο παιδί σας αλλά και πως πρέπει να το πείτε, ώστε να το δεχτεί ευχάριστα και να μην αντιδράσει>>.

Οι πνευματικές αυτές συμβουλές του αγίου μας έκαναν τρομερή εντύπωση στους γονείς και προκαλούσαν το θαυμασμό τους, για το βάθος της σοφίας και της σύνεσης απέναντι στην παιδική ψυχολογία.

Φεύγοντας οι άνθρωποι από το βουνό, έπαιρναν μαζί τους όλο τον πνευματικό θησαυρό από τα φωτισμένα λόγια του Αγίου. Με τη σειρά τους, τα μετέδιδαν και στον υπόλοιπο κόσμο, ούτως ώστε ο τρόπος ζωής της σωστής Χριστιανικής οικογένειας να γίνεται βίωμα όλο και περισσότερων ανθρώπων.





10. ΙΑΤΡΟΣ ΤΕΚΝΟΓΟΝΙΑΣ




Η αγάπη του αγίου μας στα παιδιά έφερε κοντά του και πολλά ζευγάρια, που δεν μπορούσαν από διάφορες αιτίες να κάνουν παιδιά. Ένιωθε ο άγιος μας την μεγάλη πίκρα και θλίψη που είχαν στην καρδιά τους οι άτεκνοι γονείς, εξαιτίας της έλλειψης των παιδιών.

Για τον λόγο αυτό, ούτε αυτούς δεν μπορούσε να τους αφήσει να επιστρέψουν στο σπίτι τους δίχως να τους δώσει την πολυπόθητη θεραπεία. Με τις θερμές προσευχές του στον Κύριο, πολλές στείρες γυναίκες απέκτησαν ωραία και υγιή παιδιά.

Εκείνες οι γυναίκες, που δεν μπορούσαν να ανεβούν στο βουνό και να φτάσουν μέχρι το ερημητήριο του, αρκούσε να τον παρακαλέσουν από μακριά, να ζητήσουν τις άγιες ευχές του και σύντομα αποκτούσαν ένα παιδί.

Ο άγιος μας έγινε πλέον γνωστός σε όλο τον κόσμο ως “ιατρός τεκνογονίας” και ως “προστάτης των μικρών παιδιών”. Γι’ αυτό, όταν αγιογραφούν την εικόνα του, μέχρι και σήμερα, βλέπουμε να κρατάει στην αγκαλιά του ένα νήπιο.





11. ΠΡΟΤΥΠΟ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ




Η αγιασμένη προσωπικότητα του θαυματουργού αγίου Στυλιανού και η μεγάλη ασκητική ζωή του, γρήγορα προκάλεσε το ενδιαφέρον κι άλλων ασκητών και μοναχών.

Συχνά ερχόντουσαν στο ερημητήριο του, για να τον συμβουλευτούν αλλά και να ωφεληθούν από την αγγελική ζωή του, πολλοί νέοι μοναχοί, που επιθυμούσαν να ζήσουν μια ζωή πλήρως αφιερωμένη στο Χριστό και, όπως ο άγιος μας, να ζήσουν ησυχαστικά, με μόνο σκοπό στη ζωή τους την αποκλειστική αγάπη στο Θεό, μέσα από νηστείες, αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή.

Κι εκείνος, σαν φιλόστοργος πνευματικός πατέρας, φωτισμένος από την σοφία του Θεού, τους έδινε πάντα συμβουλές για ασφαλή ασκητικά αγωνίσματα. Πλήθος ήταν εκείνα τα παλικάρια που, ακολουθώντας το παράδειγμά του, κατάφεραν και έγιναν αγιασμένοι Μοναχοί και φωτεινοί στύλοι της ευσεβείας. Πολλά ήταν και τα μοναστήρια της εποχής εκείνης με τους ηγουμένους τους, που τον είχαν επιλέξει για πνευματικό τους Πατέρα και οδηγό.

Ο Άγιος μας, ακούραστος όπως πάντα, τους δίδασκε, τους καθοδηγούσε, τους στερέωνε στην πίστη, τους διέλυε τις αμφιβολίες, τους ενδυνάμωνε στους ασκητικούς αγώνες, τους όπλιζε με θεϊκή σοφία εναντίον των πονηρών δαιμόνων και γενικά τους οδηγούσε με μοναδική σύνεση και χάρη Θεού στην απόκτηση του αγίου Πνεύματος, που είναι και ο μοναδικός στόχος της Χριστιανικής ζωής. Γι’ αυτό, αναρίθμητο είναι το πλήθος των Μοναχών εκείνων, που υπήρξαν πνευματικοί μαθητές του.





12. Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ




Ήδη ο άγιος μας, ο θαυματουργός όσιος Στυλιανός, έχει φθάσει σε βαθιά γεράματα. Είναι τώρα 99 χρονών. Η καρδιά του κοιτάζει συνέχεια τον ουρανό και τον λατρευτό του Ιησού. Ανυπομονεί πότε θα έρθει η ώρα, που η αγκαλιά του Θεού και η Βασιλεία των Ουρανών θα γίνει η μόνιμη κατοικία του.

Μια μέρα, που ο νους του βρισκόταν απορροφημένος στο μεγαλείο της αγάπης του Θεού, ένας αστραφτερός άγγελος Κυρίου του φέρνει το χαρμόσυνο μήνυμα ότι σε τρεις μέρες ο Κύριος θα αναπαύσει την αγιασμένη ψυχή του στην αιώνια χαρά και μακαριότητα του Παραδείσου.

Ποτέ δεν ήταν τόσο χαρούμενος και ευτυχισμένος! Και μόνο η ιδέα ότι σε λίγο θα βρεθεί κοντά στον αγαπημένο του Ιησού, Τον οποίο, από τη μήτρα της μητέρας του ακόμα, αγάπησε και υπηρέτησε με όλη την δύναμη της ψυχής του, τον κάνει να πλέει σε πελάγη ανείπωτης χαράς και ευτυχίας!

Επί τρεις μέρες μένει ξάγρυπνος να προσεύχεται και να δοξάζει τον Θεό με ύμνους και ευχαριστίες. Οι μόνοι που είναι απαρηγόρητοι από λύπη και θλίψη είναι τα πιστά πνευματικά παιδιά του, που έτυχε να βρίσκονται τώρα κοντά στον άγιο πατέρα τους.

Εκείνος, βλέποντας τους έτσι τόσο πολύ λυπημένους και πικραμένους, τους ευλογεί και τους υπόσχεται ότι δεν θα τους εγκαταλείψει ποτέ από κει ψηλά στον Ουρανό που θα βρίσκεται. Πάντα θα είναι κοντά στον καθένα που θα τον φωνάζει στην προσευχή του και θα επικαλείται το όνομά του για βοήθεια.

Έπειτα, αφού τους έβαλε να υποσχεθούν ότι ποτέ δεν θα αποκαλύψουν σε κανέναν τον τόπο που θα τον ενταφιάσουν, άφησε την τελευταία του πνοή προφέροντας το όνομα του πολυαγαπημένου του Κυρίου Ιησού.

Μπορεί να μη μάθαμε ποτέ που ενταφιάστηκε το άγιο σώμα του, όμως, οι θαυματουργικές επεμβάσεις του μεγάλου και θαυματουργού ασκητή, του άγιου Στυλιανού, στα άρρωστα παιδιά και στις άτεκνες μητέρες είναι αμέτρητες μέχρι και σήμερα.

Για το λόγο αυτό, πολλοί είναι και οι ιεροί Ναοί που έχουν χτιστεί στο όνομά του, ώστε να δοξάζεται πάντοτε το πανάγιο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που δίνει πλούσια τη θεία Χάρη Του, σ’ όλους αυτούς που Τον υπηρετούν με πίστη και αγάπη.




Η μνήμη του οσίου Στυλιανού τιμάται κάθε χρόνο στις 26 Νοεμβρίου.




Η ευχή και η ευλογία του ας σκεπάζει και τις δικές μας τις ψυχές, ώστε να γίνουν απλές και αθώες σαν των μικρών παιδιών που αγαπούσε. Αμήν.




_____________________________________
(Βίος υπό του π. Ελπιδίου Βαγιανάκη, Εκδόσεις Φως Χριστού)


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

 


Αγία Αικατερίνα, βίος και πολιτεία


Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημοννύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.

Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύση στην πίστι του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.

Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ' όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύη από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού.

Νομίζομεν ότι μεγάλην ωφέλειαν θα λάβη ο αγαπητός αναγνώστης από την ανάγνωσιν του βίου της Αγίας Αικατερίνης, γι' αυτό και προβαίνομεν εις την έκδοσιν του φυλλαδίου αυτού με την ευχήν όπως η Μεγαλομάρτυς «αιτήται πάσι το μέγα έλεος».



Γνωριμία με τον Ιησού Χριστό

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε κατά την εποχή των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου (305-313). Ήταν κόρη του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα (η Κέστου) φημισμένη για το κάλλος της και τη σοφία, διότι είχε μορφωθή με τα διδάγματα της ελληνικής παιδείας και γνώριζε Όμηρο, Βιργίλιο, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς.

Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου την ζήτησαν σε γάμο από
την μητέρα της, που ήταν κρυφή χριστιανή εξ αιτίας του διωγμού, που κίνησε ο Μαξιμιανός. Οι συγγενείς και η μητέρα της την συμβούλευαν να παντρευθή για να μην περιέλθη η βασιλεία του πατέρα της σε ξένο άνδρα, αλλά η Αικατερίνη αγαπούσε την παρθενία και απέφευγε τις προτάσεις. Η παράδοση αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν άρχισαν να την ενοχλούν συστηματικά τους είπε:


Βρήτε ένα νέο να μου μοιάζη στα τέσσερα χαρίσματα που ομολογείτε, ότι ξεπερνώ τις άλλες νέες και τότε να τον κάνω σύζυγό μου, γιατί δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερό μου. Ερευνήστε αν υπάρχη κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία, και στην ωραιότητα. Αν του λείπη κάτι απ' αυτά δεν είναι άξιος για μένα.

Εγνώριζαν όλοι, ότι ήταν αδύνατο να βρεθή τέτοιος άνθρωπος και της έλεγαν, ότι ο γιος του βασιλιά της Ρώμης και άλλοι είναι ευγενείς και πλουσιώτεροι από αυτή, αλλά υστερούν στην σοφία και στην ομορφιά. Αλλά η κόρη δεν δεχόταν να πάρη «αγράμματο», όπως έλεγε.

Η μητέρα της είχε πνευματικό ένα άγιο άνθρωπο έξω από την πόλι. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν να τον συμβουλευθούν. Ο ασκητής άκουσε τα φρόνημα λόγια της και σκέφθηκε να την ελκύση στην πίστι του Χριστού. Της είπε λοιπόν: Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, που σε υπερβαίνει σ' όλα τα χαρίσματα και σ' άλλα αναρίθμητα. Η ωραιότητά του νικά στη λάμψη τον ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα όντα , ο πλούτος του διαμοιράζεται σ' όλο τον κόσμο και δεν λιγοστεύει ποτέ, η ευγένειά του είναι ασύλληπτη και ακατανίκητη.
Η κόρη νόμισε, ότι πρόκειται για επίγειο άρχοντα και ρωτούσε αν αυτά τα χαρίσματα ήταν αληθινά. Ρώτησε λοιπόν:
Τίνος είναι γιός;

Αυτός δεν έχει πατέρα στη γη, αλλά γεννήθηκε υπερφυσικά από μια Υπεραγία Παρθένο, που αξιώθηκε για την αγιότητά της να μείνει αθάνατη στην ψυχή και στο σώμα.

Είναι δυνατό να δω αυτό το νέο, για τον οποίο διηγείσαι τόσα θαυμαστά;

Αν κάμης ό,τι σου πω, θα αξιωθείς να δεις το πρόσωπό του.

Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό και σεβάσμιο, πιστεύω ότι δεν μου λες ψέματα. Είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι μου πεις.


Τότε ο ασκητής της έδωσε μια εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε το θείο Βρέφος και της λέει: Αυτή είναι η αειπάρθενος Μητέρα Εκείνου. Πάρε την και αφού κλείσης την πόρτα του δωματίου συ κάμε ολονύκτια προσευχή και παρακάλεσε αυτήν, που ονομάζεται Μαρία, να σου δείξη τον Υιόν της. Ελπίζω, ότι αν παρακαλέσεις με πίστι, θα σε ακούση.

Πήρε η Αικατερίνη την εικόνα και όλη τη νύκτα κλεισμένη στο θάλαμό της προσευχόταν, όπως της είπε ο γέροντας. Από τον κόπο κοιμήθηκε και βλέπει σε όραμα την Παναγία με το θείο Βρέφος. Αλλά είχε στραμμένο το πρόσωπό του προς τη Μητέρα του, έτσι η κόρη έβλεπε τα νώτα του, επιθυμώντας να δη από μπροστά πήγε προς το άλλο μέρος, αλλά ο Χριστός έστρεφε πάλι το πρόσωπό του. Τούτο έγινε τρεις φορές. Τότε άκουσε την Παναγία να λέει:

Κοίταξε, παιδί μου, τη δούλη σου Αικατερίνη, πόσο είναι ωραία και καλή.
Το βρέφος αποκρίθηκε:

Είναι σκοτεινή και άσχημη, τόσο που δεν μπορώ να την δω καθόλου.

Δεν είναι πάνσοφη παραπάνω από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενή;

Μητέρα μου, είναι αμαθής και πολύ χαμηλά όσο βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, ώστε δεν πρέπει να με δη στο πρόσωπο.

Σε παρακαλώ, παιδί μου, να μην περιφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά να την νουθετήσεις και να την οδηγήσης για να απολαύση τη δόξα σου και να δη το πρόσωπό σου, που επιθυμούν και οι Άγγελοι να βλέπουν.

Ας πάει στο γέροντα, που της έδωσε την εικόνα και ας κάνη ότι θα την συμβουλεύση και τότε θα με δη.

Την άλλη μέρα ξεκίνησε το πρωί με λίγες γυναίκες κι έφθασε στο κελί του γέροντα. Με δάκρυα του διηγήθηκε το όραμα και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο όσιος διηγήθηκε όλα τα Μυστήρια της αληθινής πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία του ανθρώπου.

Μετά την κατήχηση η Αγία εναποθέτοντας τον παλαιό άνθρωπο και φορώντας στολή θεοΰφαντη, γύρισε στα ανάκτορα. Όλη τη νύκτα πέρασε προσευχόμενη μέχρι την ώρα που κοιμήθηκε και είδε σε οπτασία την Παρθένο με το βρέφος, που κοίτταζε την Αικατερίνη, με πολύ ιλαρότητα. Στην ερώτηση της Θεομήτορος αν ήταν τώρα αρεστή η κόρη, ο Δεσπότης απάντησε:

Τώρα έγινε ένδοξη η άσχημη και σκοτεινή, η πτωχή και χωρίς γνώση έγινε πλούσια και πάνσοφη, η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και ένδοξη. Είναι στολισμένη με τέτοια χαρίσματα, ώστε επιθυμώ να τη μνηστευτώ για νύφη μου άφθορη.

Δεν είμαι άξια, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσε με να συν αριθμηθώ με τους δούλους σου.

Η Θεοτόκος τότε πήρε το δεξί χέρι της κόρης και της είπε:

Δώσε της, παιδί μου, δακτυλίδι σαν αρραβώνα, για να την αξιώσεις της βασιλείας σου.
Τότε ο Κύριος της έδωσε ένα ωραίο δακτυλίδι λέγοντας:





Σήμερα σε παίρνω για νύφη μου αιώνια και άφθορη. Να φυλάξεις αυτή τη συμφωνία. Να μην πάρεις άλλον νυμφίο στη γη.

Από τη στιγμή εκείνη ελκύσθηκε η Αικατερίνη από τον Ουράνιο Νυμφίο και αιχμαλωτίσθηκε η καρδιά της από τον θείο έρωτα του Χριστού.

Ενώπιον του βασιλέως Αυξεντίου

Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς έβγαλε την εξής διαταγή: «Εγώ ο βασιλιάς, προστάζω όλους, όσοι είναι υπό την εξουσία μου, να μαζευθούν στ' ανάκτορα για να τιμήσωμε τους μεγάλους θεούς, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη μας με θυσίες για όσες ευεργεσίες μας έκαναν. Όποιος περιφρονήσει αυτή την εντολή και τολμήσει να προσκυνήσει άλλον θεό θα τιμωρηθεί σκληρά».
Μετά από αυτά τα προστάγματα συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να προσφέρει θυσία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. Ο βασιλιάς θυσίασε εκατόν τριάντα ταύρους, ενώ οι άλλοι άρχοντες και ηγεμόνες λιγότερους.

Η Αικατερίνη εστενοχωρείτο, που έβλεπε την ασέβεια των ανθρώπων, που πρόδιδαν τη ψυχή τους από φόβο. Από ζήλο θεϊκό παρακινημένη πήρε λίγους δούλους και πήγε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου θυσίαζαν. Στάθηκε στην πόρτα ελκύοντας τα βλέμματα όλων. Ειδοποίησε εν συνεχεία τον βασιλιά, ότι έχει να του πη κάτι σπουδαίο για μια υπόθεσι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να πλησιάσει. Η Αικατερίνη υποκλίθηκε και με παρρησία είπε:

Έπρεπε, βασιλιά, πρώτα συ να γνωρίσεις την πλάνη, που έχετε λατρεύοντας σαν θεούς τα είδωλα. Είναι ντροπή και μεγάλη ανοησία να προσκυνάτε φθαρτά και αναίσθητα δημιουργήματα. Δεν πιστεύετε τουλάχιστον τον σοφό Διόδωρο, που λέγει, ότι οι θεοί αυτοί ήταν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, αλλά επειδή μερικές φορές έδειξαν ανδρεία, ονομάσθηκαν αθάνατοι. Αργότερα οι άνθρωποι νομίζοντας ότι είναι πράγματι θεοί τους προσκυνούσαν και τους τιμούσαν. Ακόμη και ο Πλούταρχος κατηγορεί και περιφρονεί όσους σέβονται τέτοια αγάλματα. Πρέπει να υπακούσης, βασιλιά, σ΄ αυτούς τους διδασκάλους και να μην γίνης αιτία να χαθούν τόσες ψυχές. Ένας είναι ο Θεός, Αΐδιος και Αθάνατος, που για την σωτηρία μας έγινε άνθρωπος. Αυτός ο Παντοδύναμος Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θυσίες, αλλά μόνο προστάζει να τηρούμε τις εντολές του.



Ο βασιλιάς θύμωσε στο άκουσμα των συνετών λόγων της Αικατερίνης, αλλά μη μπορώντας να εναντιωθεί αποκρίθηκε:

Άφησε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε θα ακούσουμε τα λόγια σου.

Όταν τελείωσε την ανόητη πανήγυρη και τελετή, πρόσταξε να φέρουν την Αγία στ' ανάκτορα και της είπε:

Πες μας ποια είσαι και τι σημαίνουν τα λόγια, που προηγουμένως έλεγες;

Είμαι κόρη του ηγεμόνα Κώνστα. Ονομάζομαι Αικατερίνη και έχω σπουδάσει Ρητορική, Φιλοσοφία, Γεωμετρία και τις άλλες επιστήμες. Αλλά όλα αυτά τα περιφρόνησα και ήλθα να γίνω νύφη του Δεσπότη Χριστού, που λέγει με το στόμα του προφήτου: «Απολώ την σοφία των σοφών και την σύνεση των συνετών αθετήσω».

Ο βασιλιάς θαύμασε την σοφία, την ευστροφία και την ωραιότητα της παρθένου κι' νόμισε ότι δεν ήτο γεννημένη στη γη από θνητούς, αλλά ότι ήταν θεότης απ' εκείνες, που σεβόταν ο ίδιος και λάτρευε. Επειδή ο βασιλιάς φανέρωσε αυτή τη γνώμη του, η Αικατερίνη του είπε:

Βέβαια, αληθινά είπες αυτά, βασιλιά, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονες, που σας δείχνουν διάφορα φαντάσματα και σας παρακινούν σε ασέλγειες και σ' άλλες άτοπες επιθυμίες. Εγώ είμαι απ' τη γη και μ' έπλασε ο Θεός με τέτοια μορφή και με τίμησε με το κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση» και γι' αυτό πρέπει να θαυμάζεται η σοφία του Πλάστη, επειδή από ευτελή ύλη κατώρθωσε να δώσει τόση ομορφιά.

Μη λέγεις κακό για τους θεούς, που έχουν δόξα αθάνατη, είπε πειραγμένος ο βασιλιάς.

Αν θελήσης να αποτινάξης το σκοτάδι της απάτης θα γνωρίσεις την ευτέλεια των θεών σου και θα καταλάβης τον αληθινό Θεό. Και μόνο το όνομα του Θεού η και ο Σταυρός του τυπούμενος στον αέρα αφανίζει τους θεούς σου, κι' αν θέλης μπορώ να στο αποδείξω.

Ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως τον νικήσει με αποδείξεις και ντροπιασθή και της είπε:

Είναι άπρεπο να συζητά ο βασιλιάς με γυναίκες. Θα μαζέψω τους σοφούς ρήτορές μου και τότε θα καταλάβης την αδυναμία των λόγων σου και θα πιστέψεις αυτά που λέω εγώ.


Συνομιλία με τους ρήτορες.

Μαρτύριον των ρητόρων

Μετά απ' αυτή τη συνομιλία ο βασιλιάς με επιστολές κάλεσε όλους τους σοφούς και ρήτορες. Το περιεχόμενο των επιστολών ήταν περίπου έτσι:

«Εγώ ο βασιλιάς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε εδώ γρήγορα, για να αποστομώσετε μια γυναίκα σοφή, με τη βοήθεια του σοφώτατου θεού Ερμή. Αυτή η γυναίκα χλευάζει τους θεούς μας, ονομάζει τις πράξεις τους μύθους και φλυαρίες. Αν την νικήσετε, θα αξιωθείτε πολλών τιμών».
Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εκατόν πενήντα σοφοί, οξείς στο νου και ικανότατοι στην ομιλία. Τους είπε λοιπόν ο βασιλιάς.

Ετοιμασθείτε με επιμέλεια ν' αγωνιστείτε καλά και μην αμελήσετε, νομίζοντας ότι είναι εύκολο το έργο σας, επειδή έχετε να αντιμετωπίσετε μια γυναίκα. Αλλά ετοιμασθήτε σαν να έχετε ανταγωνιστή σοφώτατον ρήτορα. Δείξτε την σοφίαν σας, που νομίζω ότι υπερβαίνει τη σοφία και αυτού του Πλάτωνος.

Σ' αυτά τα λόγια απάντησε κάποιος απ' τους ρήτορες που ξεχώριζε:

Έστω κι' αν είναι η φρονιμώτερη γυναίκα και η σοφότερη δεν θα μπορέσει να συζητήση μαζί μας. Πρόσταξέ την, λοιπόν, να έλθη.

Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, ελπίζοντας ότι θα νικήσει την πλήρη χάριτος φιλοσοφία διατάζει να φέρουν την κόρη στο θέατρο, όπου είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου. Πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι στην Αγία ήλθε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέγει:

Μη ταράζεσαι, κόρη. Ο Κύριος θα προσθέσει σοφία στην σοφία σου, για να νικήσεις τους ρήτορες και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν και θα αξιωθήτε όλοι να λάβετε το στεφάνι του μαρτυρίου.

Όταν παρουσιάσθηκε εμπρός στους σοφούς η παρθένος, ο υπερήφανος ρήτορας, που είχε διαβεβαιώσει τον βασιλιά για την νίκη, της είπε:

Συ είσαι εκείνη, που βλασφημεί τους θεούς μας τόσο αναίσχυντα;

Εγώ είμαι. Δεν βλασφημώ όμως αναίσχυντα, όπως είπες, αλλά ήπια και με φιλαλήθεια μιλώ για τους ψεύτικους θεούς σας.

Ενώ οι μεγάλοι ποιητές τους ονομάζουν υψηλούς, συ, που γνώρισες την σοφία τους, τολμάς να μιλάς με τόση θρασύτητα;

Την φοβία μου την έχω δώρο από τον Θεό, που είναι η Σοφία και η Ζωή. Εκείνος, που σέβεται και τηρεί τις θείες εντολές είναι πράγματι φιλόσοφος. Τα έργα των θεών σας και οι διηγήσεις γι' αυτούς είναι γεμάτες απάτη. Πες μου ποιος από τους μεγάλους ποιητές τους ονόμασε θεούς!...
Πρώτος ο Όμηρος και ο Ορφέας και όλοι οι άλλοι. Μην απατάσαι, λοιπόν, συ η σοφή να προσκυνάς τον Εσταυρωμένο, που κανένας ποιητής δεν τον ονόμασε Θεό.

Μα ο ίδιος ο Όμηρος λέγει για τον Δία, ότι είναι απατεώνας, πανούργος και ψεύτης και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών κι' η Αθηνά, αν δεν πρόφταινε να κρυφτή. Και οι άλλοι αναφέρουν τέτοια υβριστικά για τους Θεούς. Είπες, ότι τον Εσταυρωμένο δεν τον αναφέρει κανένας παλαιός σοφός, και γι' αυτό να μην ασχολούμεθα μ' αυτόν, που είναι ο αληθινός Θεός, Δημιουργός πάσης κτίσεως και όλου του ανθρώπινου γένους. Θυμίσου τι λέγει για τη σάρκωση του και τη σωτήρια Σταύρωση Του η Σίβυλλα και ο Απόλλων. Αυτός ο Θεός έγινε άνθρωπος, περπάτησε στη γη, δίδαξε, εθαυματούργησε. Έπειτα καταδέχτηκε και τον θάνατον για να λύση την πρώτη καταδίκη και να ανοίξη τις πύλες του Παραδείσου. Μετά το μαρτύριό του πέθανε και αναστήθηκε. Όταν ανέβηκε στους Ουρανούς 'έστειλε στον κόσμο τους Μαθητές φωτισμένους απ' το Άγιο Πνεύμα, για να λυτρώσουν τις ψυχές από την πλάνη της απιστίας. Αυτά πρέπει και συ να τα πιστέψης και να γνωρίσης τον αληθινό Θεό και να γίνης δούλος του, αν θέλης το συμφέρον σου. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει καλώντας όλους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»...

Με τέτοια λόγια γεμάτα σοφία κατέπληξε η πάνσοφη τον φιλόσοφο, που έμεινε άφωνος. Ο βασιλιάς βλέποντας την ήττα του σοφού διέταξε τους άλλους να συζητήσουν με την χριστιανή. Εκείνοι όμως δήλωσαν:

Δεν μπορούμε ν' αντισταθούμε στην αλήθεια, τώρα μάλιστα, που βλέπομε ότι ο καλύτερος ρήτορας νικήθηκε.

Τότε ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε να τους κάψουν στο μέσον της πόλεως. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια της Αγίας παρακαλώντας να τους συγχωρήσει ο Θεός για όσα από άγνοια έκαμαν, γιατί τώρα πιστεύουν στην αληθινή πίστη και επιθυμούν να βαπτιστούν και να πάρουν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία λοιπόν τους είπε:

Είσθε τώρα ευτυχείς και καλότυχοι, γιατί αφήσατε το σκοτάδι και ακολουθήσατε το φως της αλήθειας. Η φωτιά, που σας απειλεί ο ασεβής βασιλιάς, θα γίνη για σας Βάπτισμα, που θα σας καθαρίσει από κάθε ακαθαρσία της ψυχής και του σώματος.

Έτσι τους παρακίνησε όλους και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού στέλνοντάς τους στο μαρτύριο.

Τους έριξαν οι στρατιώτες στη φωτιά στις 17 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας πήγαν μερικοί ευσεβείς να συνάξουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια χωρίς να τα έχει βλάψει η φωτιά,




Βασανιστήρια και φυλάκισις της Αγίας
Ο βασιλιάς από την πλευρά του είχε συγκεντρώσει όλη του την φροντίδα στην Αγία. Επειδή δεν μπορούσε να την νικήσει με συλλογισμούς φιλοσοφίας, προσπαθούσε να επιτύχει το σκοπό του με κολακείες και πανουργίες λέγοντας:

Υπάκουσε σε μένα, που σε συμβουλεύω σαν φιλόστοργος πατέρας να προσκυνήσεις τους μεγάλους θεούς και ιδιαίτερα τον Ερμή, που σε στόλισε με της φιλοσοφίας τα χαρίσματα και θα σου δώσω το μισό της εξουσίας μου και θα κατοικής μαζί μου στα ανάκτορα.

Βγάλε το προσωπείο, βασιλιά, και μην υποκρίνεσαι, απάντησε η Αγία. Εγώ είμαι χριστιανή και θα γίνω νύφη Χριστού, που τον έχω μοναδικό Νυμφίο και σύμβουλο, στολισμό της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριο περισσότερο από κάθε βασιλικό ένδυμα και στεφάνι.

Μη μ' αναγκάσεις να βρίσω την αξία σου χωρίς να το θέλω, είπε πάλι ο βασιλιάς.

Κάνε ό,τι θέλεις, γιατί με την πρόσκαιρη αυτή ατιμία θα γίνεις αφορμή να δοξαστώ με δόξα αθάνατη και να πιστέψη πλήθος κόσμου στον Χριστό μου ακόμη και μέσα από το παλάτι σου.

Οργίσθηκε ο βασιλιάς ύστερα απ' αυτήν την απάντηση και διέταξε να την κτυπήσουν με νεύρα βοδιών. Κτυπούσαν, λοιπόν, την Μάρτυρα επί δύο ώρες δυνατά στην κοιλιά και στην ράχη, μέχρις ότου ξέσκισαν το παρθενικό της σώμα. Η Αγία στεκόταν με τόση ανδρεία και γενναιότητα, ώστε εθαύμαζαν όσοι την έβλεπαν. Το βράδυ δόθηκε διαταγή να την φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό για δώδεκα μέρες, μέχρι να βγη η απόφασι με ποιο τρόπο θα θανατωθή.

Επιστροφή εις την πίστιν της βασιλίσσης και του Πορφυρίωνος
Η Φαυστίνα, σύζυγος του βασιλιά, είχε πόθο να γνωρίση την Αγία, που την είχε αγαπήσει ακούγοντας τις αρετές και τα ανδραγαθήματα της. Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία, όταν έλειπε ο σύζυγός της από την πόλι. Κάλεσε την στρατοπεδάρχη Πορφυρίωνα, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, και του είπε:

Την περασμένη νύκτα είδα σ' όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρης ένα τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.

Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα, απάντησε ο Πορφυρίων.

Όταν νύχτωσε λοιπόν πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα. Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα κι' εκείνος τους άνοιξε την πόρτα της φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια της Μάρτυρος λέγοντας:

Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, είπε η βασίλισσα, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν' ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα κι' αν στερηθώ τη ζωή και την βασιλεία μου δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα.

Κι' εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρεις, αφού υπομείνεις μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσης αιώνια.

Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός κι' απάνθρωπος.

Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνει στη δύσκολη ώρα του μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέσει το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια.

Ενώ οι δύό γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:

Τι χαρίζει ο Χριστός σ' όσους πιστεύουν; Θέλω κι΄ εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του.
Δεν διάβασες ποτέ καμιά γραφή των χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε γι' αυτά;

Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ' αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει γι' άλλα πράγματα.

Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθεί τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές του.

Τότε η χάρις γέμισε τη καρδιά του Πορφυρίωνα. Πίστεψε μ' όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και αφού πήραν όλοι δύναμη από την Μάρτυρα έφυγαν.

Τροφή από τον Θεόν. Νέα βασανιστήρια
Ο φιλάνθρωπος Χριστός δεν άφησε μόνη την Αγία. Σαν φιλόστοργος πατέρας έστελνε τροφή μ' ένα περιστέρι και την δυνάμωνε λέγοντάς της: «Μη δειλιάσης, κόρη, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Θα μείνης ανέγγιχτη από τα μαρτύρια και με την υπομονή σου θα επιστρέψης πολλούς στην ορθή πίστι και θα αξιωθής πολλών αφθάρτων τιμών».

Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πρόσταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του. Μόλις την είδε απόρησε, γιατί ενώ περίμενε να την δη αδυνατισμένη κα καταβεβλημένη, την είδε να λάμπη από ομορφιά και χάρη. Σκέφθηκε, ότι ίσως κάποιος φύλακας να την έτρεφε κρυφά και σχεδίαζε να τιμωρήσει τους φύλακες. Η Αγία όμως για να μην τιμωρηθούν ανεύθυνοι άνθρωποι, ωμολόγησε την αλήθεια:

Κανένας άνθρωπος, βασιλιά, δεν μου έδωσε τροφή, αλλά με έτρεφε ο Δεσπότης Χριστός, που φροντίζει για τους δούλους του.

Ο βασιλιάς προσπάθησε για τελευταία φορά να την μεταπείσει με κολακείες:

Σε σένα, ηλιόμορφη κόρη, αξίζει το βασίλειο, Σε σένα, που υπερβαίνεις κι' αυτή την Αφροδίτη στην ομορφιά. Έλα, λοιπόν, να θυσιάσεις στους θεούς και να γίνεις βασίλισσά μου. Μη θελήσης, σε παρακαλώ, να χαθή τέτοια ομορφιά με βασανιστήρια.

Εγώ είμαι γη και πηλός και κάθε ομορφιά μαραίνεται σαν άνθος και σαν όνειρο χάνεται η από αρρώστια η από τα γηρατειά η από τον θάνατο. Λοιπόν, μη νοιάζεσαι για την ομορφιά μου.

Ενώ συνομιλούσε η Αγία με τον βασιλιά, κάποιος έπαρχος, Χουρσασαδέν ονομαζόμενος, θέλοντας να δείξει στο βασιλιά αγάπη κι' εύνοια, είπε:

Εγώ, βασιλιά, ξέρω μια μηχανή, που μ' αυτήν θα νικήσεις την κόρη η θα θανατωθή με πόνους. Διάταξε να κάμουν τέσσερους ξύλινους τροχούς. Γύρω σ' αυτούς να καρφώσουν ξυράφια κι' άλλα σίδερα κοφτερά. Οι δυό να γυρίζουν αριστερά κι' οι άλλοι δυο δεξιά. Στη μέση τους θα βάλουν δεμένη αυτήν και έτσι γυρίζοντας οι τροχοί θα κατασχίσουν τις σάρκες της.

Το σχέδιο άρεσε στο βασιλιά κι' έδωσε διαταγή να κατασκευαστή το μηχάνημα. Σε τρεις μέρες κατασκευάσθηκε ο τροχός και για να φοβίσουν την Αγία έκαναν επίδειξη γυρίζοντας γρήγορα τους τροχούς. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στην Αικατερίνη λέγοντας:

Βλέπεις; Σ' αυτό το μηχάνημα θα δοκιμάσεις τον θάνατο, αν δεν προσκυνήσεις τους θεούς.

Σου είπα πολλές φορές την απόφασί μου. Μη χάνεις καιρό. Κάμε ότι θέλεις, του είπε με θάρρος η Αικατερίνη.

Ύστερα από τη σταθερή απόφαση της την έριξαν στους τροχούς δεμένη, αλλά η θεία χάρις βοήθησε την Αγία, που βρέθηκε λυμένη και αβλαβής, με τη βοήθεια ενός Αγγέλου. Όταν οι παριστάμενοι είδαν το παράδοξο θέαμα φώναξαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».

Μαρτύριον της βασιλίσσης.
Ο βασιλιάς σκοτισμένος από το θυμό του έκανε σαν τρελός και απειλούσε ότι θα της επιβάλει νεώτερη τιμωρία. Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα η βασίλισσα βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και ελέγχοντας τον σύζυγό της είπε με παρρησία:

Στ' αλήθεια είσαι μωρός κι' ανόητος να πολεμάς τον ζωντανό Θεό και να βασανίζεις άδικα την δούλη του.

Στο άκουσμα αυτών των λόγων ο βασιλιάς έγινε αγριώτερος και από τα θηρία. Άφησε λοιπόν την Αικατερίνη και στράφηκε κατά της συζύγου του. Διέταξε να της κόψουν τους μαστούς. Η Φαυστίνα αντιμετωπίζει με χαρά τα βασανιστήρια. Προσεύχεται να της δώση ο Θεός δύναμη και βοήθεια. Η θηριωδία του συζύγου της φθάνει στο αποκορύφωμα. Διατάζει να της κόψουν το κεφάλι. Η βασίλισσα δέχθηκε με αγαλλίασι την απόφασι λέγοντας στην Αγία:

Δούλη του αληθινού Θεού, κάνε προσευχή για μένα.

Πήγαινε να βασιλεύσεις με τον Χριστόν αιώνια, της αποκρίθηκε η Αγία.

Η μακάρια Φαυστίνα μαρτύρησε στις 23 Νοεμβρίου. Τη νύκτα ο Πορφυρίων με τους συντρόφους του κρυφά έθαψε το λείψανό της.

Μαρτύριον του Πορφυρίωνος και των πιστευσάντων στρατιωτών

Το άλλο πρωί επειδή ήθελε να τιμωρήσει ο βασιλιάς μερικούς σαν υπεύθυνους, παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων με τους λοιπούς στο κριτήριο και είπε:

Και εμείς είμαστε Χριστιανοί, στρατιώτες του Μεγάλου Θεού.

Ο βασιλιάς αναστέναξε από λύπη και φώναξε.

Χάθηκα, γιατί έχασα τον θαυμαστό Πορφυρίωνα. Και σεις στρατιώτες μου, τι πάθατε και περιφρονήσατε τους θεούς των πατέρων μας; Τι σας έκαναν;

Ο Πορφυρίων λοιπόν είπε στον τύραννο:

Γιατί αφήνεις το κεφάλι και ρωτάς τα πόδια; Με μένα να μιλήσεις.

Συ είσαι η αιτία της καταστροφής τους. Διατάζει λοιπόν να τους αποκεφαλίσουν. Ήταν 24 Νοεμβρίου.



Μαρτυρικόν τέλος της Αγίας
Την επομένη έφεραν την Αικατερίνη στο κριτήριο. Της λέει ο βασιλιάς:

Πολλή θλίψη και ζημιά μου έδωσες, συ πλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείο μου στρατηλάτη, που ήταν η δύναμη του στρατού μου. Πρέπει να σε θανατώσω αλύπητα. Αλλά σε συγχωρώ, γιατί λυπάμαι να χαθή μια κόρη σοφή και όμορφη, όπως συ. Θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω μόνιμη βασίλισσα.

Άδικα όμως προσπάθησε να της αλλάξη τη γνώμη. Απελπίστηκε λοιπόν κι' έδωσε εντολή να την αποκεφαλίσουν. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και πήγαν στον τόπο της καταδίκης. Ακολουθούσε πολύς λαός πίσω, άνδρες και γυναίκες, που έκλαιγαν πικρά για την κόρη, την ωραία, την πάνσοφη, την Αγία, που επρόκειτο να χαθή.

Εκείνη όμως τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:

Αφήστε τον ανώφελο θρήνο και χαρήτε, γιατί εγώ βλέπω τον Νυμφίον μου Ιησού Χριστόν, τον πλάστη και Σωτήρα μου, που με προσκαλεί στα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να βασιλεύσω μαζί του αιώνια.

Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου της έκαμε την προσευχή της λέγοντας:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, σ' ευχαριστώ, γιατί μου έδωσες υπομονή και οδήγησες τα βήματά μου. Συγχώρησε , Κύριε, τα σφάλματά μου και κράτησε αθέατο το σώμα μου. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημον νύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.

Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύσει στην πίστη του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.

Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ' όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύει από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού.

Νομίζομεν ότι μεγάλην ωφέλειαν θα λάβη ο αγαπητός αναγνώστης από την ανάγνωσιν του βίου της Αγίας Αικατερίνης, γι' αυτό και προβαίνομεν εις την έκδοσιν του φυλλαδίου αυτού με την ευχήν όπως η Μεγαλομάρτυς «αιτήται πάσι το μέγα έλεος».